Τα χρυσά διαβατήρια έκλεισαν — αλλά η ντροπή δεν έληξε

passports

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τερμάτισε επίσημα τη διαδικασία επί παραβάσει κατά της Κύπρου για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα. Ο λόγος: η Κύπρος κατάργησε τη νομική βάση του προγράμματός της με ισχύ από τις 12 Δεκεμβρίου 2025. Τυπικά, η υπόθεση έκλεισε. Ουσιαστικά, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά — και καίνε.

Κι όμως, στη Λευκωσία ακούστηκαν ανακουφισμένες αναπνοές. Λες και η απόφαση της Κομισιόν αποτελεί κάποιου είδους αθωωτική βούλα. Λες και «τη γλιτώσαμε» είναι η κατάλληλη αντίδραση όταν μιλάμε για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα διαφθοράς στην ιστορία της μικρής αυτής χώρας.

Τι ακριβώς συνέβη;

Μεταξύ 2007 και 2020, εκδόθηκαν πάνω από 7.000 κυπριακά διαβατήρια μέσω του προγράμματος, το οποίο ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε Ρώσους και Κινέζους επενδυτές. Το πρόγραμμα ξεκίνησε ήσυχα επί Παπαδόπουλου το 2007, εντάθηκε δραματικά μετά το κούρεμα των καταθέσεων του 2013, και μετατράπηκε σε ένα σύστημα πώλησης ευρωπαϊκής ιθαγένειας σε όποιο αμφιλεγόμενο επενδυτή προσφερόταν να καταβάλει το ποσό που αρχικά ήταν περί τα 5 εκατομμύρια και στη συνέχεια “με έκπτωση” έφτασε τα 2-2,5..

Αρχικά οι βάσεις του ήταν αρκετά στέρες, γι’αυτό και ίσως δεν προκάλεσε κάποια κατακραυγή ή εντύπωση. Μέχρι που ανέλαβαν μετά το 2013 να το οικειοποιηθούν οι εργοληπτικές-κατασκευαστικές εταιρείες για να ξελασπώσουν…ότι μπορούσε να σωθεί. Στις πλείστες των περιπτώσεων, οι επενδυτές κατέβαλλαν πέραν του 200% της πραγματικής αξίας των επενδύσεων — για παράδειγμα, αν η αξία μιας έπαυλης ήταν περί τις €800.000, πωλούνταν στο πλαίσιο του προγράμματος για 2,5 εκατομμύρια. Το χρηματικό διαφορά δεν εξαφανιζόταν — απλώς άλλαζε χέρια.

Το 2020, ήρθε το ρεπορτάζ-σεισμός. Δημοσιογράφοι του Al Jazeera, υποδυόμενοι δυνητικούς επενδυτές, αποκάλυψαν πώς υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν καταδικασμένους εγκληματίες να αποκτήσουν κυπριακή ιθαγένεια, παρέχοντάς τους πρόσβαση στις εσωτερικές αγορές της ΕΕ και ταξίδια χωρίς βίζα. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής Δημήτρης Συλλούρης, ο οποίος εμφανιζόταν να διαπραγματεύεται με μεσάζοντες για την απόκτηση διαβατηρίου από Κινέζο «επενδυτή» καταδικασμένο για ξέπλυμα χρήματος.

Η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης; Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τουρκική προπαγάνδα από ένα τηλεοπτικό δίκτυο του Κατάρ. Όταν αυτό δεν έπιασε, ακολούθησε ερευνητική επιτροπή και τελικά ο τερματισμός του προγράμματος — υπό ευρωπαϊκή πίεση και όχι από ιδία βούληση.

Η δικαιοσύνη δεν ήρθε — ή μήπως ήρθε;

Τον Φεβρουάριο του 2026, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Συλλούρης και ο πρώην βουλευτής Χριστάκης Τζιοβάνης κρίθηκαν αθώοι από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Ορισμένοι το είδαν ως δικαίωση. Άλλοι ως απόδειξη ότι το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του. Η αλήθεια ίσως κάθεται κάπου ανάμεσα — αλλά η απουσία καταδίκης δεν ισοδυναμεί με απουσία ευθύνης.

Το κυπριακό πρόγραμμα επέτρεψε πολιτογραφήσεις χωρίς ουσιαστικό δεσμό με τη χώρα, με αποτέλεσμα να απονεμηθούν διαβατήρια σε πρόσωπα αμφιλεγόμενης προέλευσης ή υπό διεθνείς κυρώσεις. Αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό νομικό πρόβλημα — είναι ζήτημα εθνικής ακεραιότητας.

Το πραγματικό ερώτημα

Η Κομισιόν ήταν σαφής: η ευρωπαϊκή ιθαγένεια δεν πωλείται. Η Κύπρος, για περισσότερα από δέκα χρόνια, έκανε ακριβώς αυτό — και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις προς όφελος ανθρώπων που δεν θα έπρεπε ποτέ να βρεθούν κοντά σε ευρωπαϊκό διαβατήριο.

Η λήξη της διαδικασίας από τις Βρυξέλλες σηματοδοτεί τεχνικά τέλος. Δεν σηματοδοτεί, όμως, λογοδοσία. Δεν σηματοδοτεί απάντηση στο εξής: πόσοι επωφελήθηκαν, πόσα χρήματα άλλαξαν χέρια κάτω από την τράπεζα, και ποιοι ισχυροί παράγοντες της κυπριακής κοινωνίας έχτισαν ολόκληρες περιουσίες πουλώντας κάτι που δεν ήταν δικό τους να πουλήσουν.

Το πρόβλημα δεν ήταν νομοτεχνικό. Ήταν ηθικό. Και αυτό δεν κλείνει με ένα δελτίο τύπου από την Κομισιόν.

More on topic