Από την «κατάρα» του Βερεγγάρια μέχρι τις παγωμένες βιτρίνες των Βαρωσίων, το νησί είναι γεμάτο τόπους που άδειασαν από ανθρώπους αλλά όχι από ιστορίες.
Κάθε τόπος έχει τα φαντάσματά του. Η Κύπρος, όμως, έχει κάτι παραπάνω: έχει ολόκληρες πόλεις, χωριά και ξενοδοχεία που σταμάτησαν απότομα στον χρόνο, άλλα από την ιστορία, άλλα από οικογενειακές διαμάχες, άλλα απλώς από τη φθορά. Και όπου αδειάζει ένα κτήριο, γεμίζει ένας θρύλος.
Πριν ξεκινήσουμε, μια απαραίτητη διευκρίνιση: οι ιστορίες που ακολουθούν είναι ακριβώς αυτό, λαϊκές αφηγήσεις και θρύλοι, όχι εξακριβωμένα γεγονότα. Τα κτήρια, όμως, και οι λόγοι που εγκαταλείφθηκαν, είναι απολύτως αληθινά.
Βερεγγάρια: Το «ξενοδοχείο των βασιλιάδων» και η κατάρα των τριών αδελφών
Ο απόλυτος κυπριακός θρύλος. Στον Πρόδρομο, στην καρδιά του Τροόδους, το ξενοδοχείο Βερεγγάρια άνοιξε τις πόρτες του στις 10 Ιουνίου 1931, όραμα της οικογένειας Κόκκαλου. Πήρε το όνομά του από την πριγκίπισσα Berengaria της Ναβάρρας, που παντρεύτηκε τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο στη Λεμεσό το 1191. Στα χρόνια της δόξας του φημολογείται ότι φιλοξένησε βασιλείς και επιφανείς προσωπικότητες, γι’ αυτό και έμεινε γνωστό ως «το ξενοδοχείο των βασιλιάδων».
Και μετά ήρθε η παρακμή, και μαζί της, ο θρύλος. Η λαϊκή αφήγηση λέει ότι ο ιδρυτής άφησε το ξενοδοχείο στους τρεις γιους του με τον όρο να το διαχειρίζονται μαζί. Εκείνοι μάλωσαν, χώρισαν την περιουσία, και, πάντα κατά τον θρύλο, η πατρική κατάρα τούς ακολούθησε μέχρι το τέλος. Το ξενοδοχείο έκλεισε οριστικά το 1984 και οι ιστορίες περί «στοιχειωμένου» κτηρίου άρχισαν σχεδόν αμέσως: βήματα στους άδειους διαδρόμους, φιγούρες στα παράθυρα, κυνηγοί φαντασμάτων με κάμερες νυχτερινής λήψης.
Το υστερόγραφο της ιστορίας, πάντως, είναι πεζό: το κτήριο αγοράστηκε από επενδυτικό όμιλο και ανακαινίζεται για να επαναλειτουργήσει ως boutique ξενοδοχείο. Τα φαντάσματα, όπως φαίνεται, εκτοπίζονται από τα spa.
Βαρώσια: Η πόλη που πάγωσε το 1974
Εδώ ο θρύλος δεν χρειάζεται υπερφυσικά στοιχεία, η πραγματικότητα αρκεί και περισσεύει. Τα Βαρώσια, το τουριστικό διαμάντι της Αμμοχώστου που στη δεκαετία του ’70 φιλοξενούσε τη διεθνή ελίτ, εκκενώθηκαν μέσα σε ώρες τον Αύγουστο του 1974, κατά την τουρκική εισβολή. Από τότε, η περίκλειστη πόλη παραμένει σφραγισμένη από τον τουρκικό στρατό, παρά τα ψηφίσματα 550 και 789 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που ζητούν την απόδοσή της στους νόμιμους κατοίκους της.
Οι δεκαετίες σιωπής γέννησαν τη δική τους μυθολογία: βιτρίνες με μόδα του 1974, ντίλερ αυτοκινήτων με ολοκαίνουργια τότε μοντέλα να σαπίζουν στις εκθέσεις, τραπέζια στρωμένα που δεν δείπνησε ποτέ κανείς. Πόσα από αυτά ισχύουν ακόμη είναι αδύνατο να επιβεβαιωθεί πλήρως. Το μερικό «άνοιγμα» δρόμων της πόλης από το 2020, ενέργεια που καταδικάστηκε διεθνώς, έδωσε στις κάμερες μια πρώτη ματιά σε αυτό το ανατριχιαστικό χρονοντούλαπο. Για δεκάδες χιλιάδες εκτοπισμένους Βαρωσιώτες, όμως, τα Βαρώσια δεν είναι αξιοθέατο. Είναι ανοιχτή πληγή και εκκρεμότητα του Κυπριακού.
Αεροδρόμιο Λευκωσίας: Το τερματικό της μιας πτήσης
Λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της πρωτεύουσας, μέσα στη νεκρή ζώνη, στέκει το παλιό διεθνές αεροδρόμιο Λευκωσίας, το ίδιο σημείο όπου θα φιλοξενηθεί η κοινή συνάντηση των ηγετών με τον ΓΓ του ΟΗΕ στα γραφεία της Αποστολής Καλών Υπηρεσιών. Η ειρωνεία είναι προφανής: οι συνομιλίες για την επανένωση γίνονται δίπλα σε ένα από τα πιο εμβληματικά θύματα της διχοτόμησης.
Το υπερσύγχρονο για την εποχή του τέρμιναλ εγκαινιάστηκε το 1968. Λειτούργησε έξι μόλις χρόνια. Από το 1974 βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών, με το διασημότερο «έκθεμά» του να είναι ένα αεροσκάφος Trident της Cyprus Airways, καθηλωμένο στο δάπεδο του αεροδρομίου για μισό αιώνα. Οι λιγοστοί που έχουν μπει μιλούν για καθίσματα αναμονής σκεπασμένα με σκόνη δεκαετιών και πίνακες αναχωρήσεων που δεν άλλαξαν ποτέ. Αν υπάρχει πιο δυνατή μεταφορά για το ίδιο το Κυπριακό, δεν την έχουμε βρει.
Άγιος Σωζόμενος: Το χωριό του ερημίτη
Στην κοιλάδα του Γιαλιά, κοντά στην Ποταμιά, ο Άγιος Σωζόμενος είναι ίσως το πιο ατμοσφαιρικό εγκαταλελειμμένο χωριό του νησιού. Πλινθόκτιστα σπίτια που λιώνουν σιγά σιγά μέσα στο τοπίο, και δίπλα τους το πιο απρόσμενο θέαμα: τα επιβλητικά γοτθικά ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Μάμα, μισοτελειωμένης εδώ και αιώνες, κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα γιατί δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και αυτό από μόνο του έχει θρέψει δεκάδες εξηγήσεις.
Ο θρύλος του τόπου ξεκινά από το ίδιο το όνομα: ο Σωζόμενος λέγεται πως ήταν ερημίτης που ασκήτεψε σε σπηλιά πάνω από το χωριό, η λαξευτή σπηλιά με τις τοιχογραφίες σώζεται και επισκέπτεται μέχρι σήμερα. Το τέλος του χωριού, όμως, δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό: εγκαταλείφθηκε μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1964, όταν οι κάτοικοι έφυγαν για να μην επιστρέψουν ποτέ. Σήμερα, τα ερείπιά του είναι αγαπημένο σκηνικό φωτογράφων, και υπενθύμιση ότι στην Κύπρο ακόμα και οι «ρομαντικές» ερειπώσεις έχουν σχεδόν πάντα πολιτική προϊστορία.
Φοινίκας: Το χωριό-φάντασμα της Πάφου
Πάνω από το φράγμα του Ασπρόκρεμμου, ο Φοινίκας στέκει σαν σκηνικό ταινίας. Το μικρό τουρκοκυπριακό χωριό εγκαταλείφθηκε το 1974, όταν οι κάτοικοί του μετακινήθηκαν στον βορρά μετά την εισβολή και τη de facto διαίρεση του νησιού. Κανείς δεν εγκαταστάθηκε ξανά μόνιμα. Τα σπίτια, το σχολείο και το τζαμί άδειασαν, και έμειναν έτσι, με το νερό του φράγματος να φτάνει πλέον σχεδόν ως τις παρυφές του οικισμού.
Οι ντόπιοι το αποκαλούν απλά «το χωριό-φάντασμα», και οι ιστορίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, για περίεργους ήχους και «παρουσίες», είναι το τυπικό ρεπερτόριο κάθε εγκαταλελειμμένου τόπου. Η αλήθεια του Φοινίκα είναι πιο απλή και πιο βαριά: είναι ένας από τους δεκάδες οικισμούς, ελληνοκυπριακούς και τουρκοκυπριακούς, που άδειασαν βίαια το 1974, ο καθρέφτης, από την άλλη πλευρά, των χωριών που άφησαν πίσω τους οι εκτοπισμένοι του βορρά.
Γιατί μας στοιχειώνουν
Αν προσέξει κανείς, θα δει ότι οι κυπριακοί «στοιχειωμένοι» τόποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη, τα φαντάσματα είναι λαογραφία: οικογενειακές κατάρες, ερημίτες, σκιές σε παράθυρα. Στη δεύτερη, Βαρώσια, αεροδρόμιο, Φοινίκας, Άγιος Σωζόμενος, τα «φαντάσματα» έχουν ονόματα, διευθύνσεις και τίτλους ιδιοκτησίας. Είναι οι άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να το επιλέξουν.
Ίσως γι’ αυτό οι θρύλοι αυτοί αντέχουν. Δεν μας τρομάζουν επειδή πιστεύουμε στα φαντάσματα. Μας τρομάζουν επειδή ξέρουμε ακριβώς πώς άδειασαν αυτά τα κτήρια, και επειδή, μισό αιώνα μετά, η ιστορία τους δεν έχει ακόμη τελειώσει.