Η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος που αφιέρωσε τη ζωή της στους αγνοουμένους και των δύο κοινοτήτων έφυγε στις 28 Ιουνίου, σε ηλικία 67 ετών. Το πορτρέτο μιας δημοσιογραφίας που έδωσε πίσω σε δεκάδες οικογένειες τους ανθρώπους τους, και σε ένα ολόκληρο νησί ένα κομμάτι της αλήθειας του.
Ένας θάνατος που πένθησαν και οι δύο πλευρές
Η Sevgül Uludağ έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Κυριακής 28 Ιουνίου, και ολόκληρη η Κύπρος, σπάνιο φαινόμενο, τη θρήνησε. Συλλυπητήρια ήρθαν από τη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους, από κόμματα, από τεχνικές επιτροπές, από δημοσιογράφους και απλούς πολίτες, ένθεν και ένθεν της γραμμής.
Η ΔΕΑ, σε ανακοίνωσή της, σημείωσε ότι οι άοκνες προσπάθειές της και η δέσμευσή της να ρίξει φως στην τύχη των αγνοουμένων, να βοηθήσει τις οικογένειες στην αναζήτηση απαντήσεων και να ενισχύσει τις φωνές τους, συνέβαλαν σημαντικά στην ανθρωπιστική αποστολή της Επιτροπής. «Είθε η μνήμη της να είναι πηγή έμπνευσης», κατέληξε.
Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα της ανακοίνωσης κρύβεται κάτι πολύ πιο απτό: εκταφές που έγιναν επειδή εκείνη βρήκε τους μάρτυρες. Ομαδικοί τάφοι που εντοπίστηκαν επειδή εκείνη κέρδισε την εμπιστοσύνη ανθρώπων που σιωπούσαν δεκαετίες. Οστά που επέστρεψαν σε οικογένειες επειδή μια δημοσιογράφος αποφάσισε ότι το ταμπού δεν είναι δικαιολογία.
Από τα γκισέ της τράπεζας στα «καζάνια» της ιστορίας
Γεννημένη στις 15 Οκτωβρίου 1958 στη Λευκωσία, η Uludağ δεν ξεκίνησε από τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε πρώτα ως γραμματέας σε τράπεζα και ως διορθώτρια σε εφημερίδα, προτού μπει στο επάγγελμα το 1980. Εργάστηκε επί σειρά ετών στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Yenidüzen, ενώ για πολλά χρόνια υπήρξε αρθρογράφος του «Πολίτη», όπου διατηρούσε τη στήλη «Underground Notes», τίτλος που αποδείχθηκε κυριολεκτικός όσο κανένας άλλος στην κυπριακή δημοσιογραφία: σημειώσεις από το υπέδαφος, εκεί όπου η Κύπρος έθαψε τους νεκρούς και τα μυστικά της.
Το σημείο καμπής ήρθε το 2002. Από τότε, αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην έρευνα για τους αγνοουμένους και τους μαζικούς τάφους του νησιού. Η μέθοδός της δεν ήταν τα αρχεία, ήταν οι άνθρωποι. Τηλεφωνήματα, πληροφορίες από αναγνώστες, συναντήσεις με αυτόπτες μάρτυρες που κουβαλούσαν δεκαετίες ενοχής ή φόβου. Μέσα από τις έρευνές της έφερε στο φως μαρτυρίες και στοιχεία που οδήγησαν επανειλημμένα σε επίσημες έρευνες και εκταφές από τη ΔΕΑ, στον εντοπισμό ομαδικών τάφων και στην επιστροφή λειψάνων σε δεκάδες οικογένειες.
Ο πόνος δεν έχει κοινότητα
Αν υπάρχει μία αρχή που όρισε το έργο της, είναι αυτή: αρνήθηκε να διαχωρίσει τον πόνο. Ερεύνησε υποθέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων με το ίδιο πείσμα. Και η δουλειά της άνοιξε έναν δημόσιο διάλογο που για δεκαετίες αποτελούσε ταμπού, αναδεικνύοντας μια αλήθεια άβολη και για τις δύο πλευρές: ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι υπήρξαν θύματα, αλλά και θύτες, της διακοινοτικής βίας.
Αυτό το είδος αλήθειας κοστίζει. Η Uludağ υπήρξε στόχος εκστρατειών δυσφήμισης, απειλών θανάτου και εκφοβισμού· το τηλέφωνό της παρακολουθούνταν, η αλληλογραφία της υποκλεπτόταν. Δέχθηκε απειλές από τουρκοκυπριακούς ακροδεξιούς και στρατιωτικούς κύκλους για τις αποκαλύψεις της σχετικά με σφαγές Ελληνοκυπρίων. Το 2006 απέφυγε επίθεση από ομάδα Ελληνοκυπρίων εθνικιστών σε οδόφραγμα της Λευκωσίας. Την απείλησαν, όπως γράφτηκε στους αποχαιρετισμούς αυτών των ημερών, «αμετανόητοι δολοφόνοι ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής».
Δεν σταμάτησε.
Συγγραφέας, ακτιβίστρια, φεμινίστρια
Παράλληλα με τη δημοσιογραφία, άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα βιβλία της «Τα Στρείδια που Έχασαν το Μαργαριτάρι τους» και «Τα Ορφανά του Εθνικισμού» φωτίζουν πτυχές της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας και του ζητήματος των αγνοουμένων, όχι ως στατιστική, αλλά ως ανθρώπινες ιστορίες.
Το 2001 συνίδρυσε τη δικοινοτική οργάνωση Hands Across the Divide, για την προώθηση της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της ισότητας των φύλων, ενώ υπήρξε συνιδρύτρια και του Γυναικείου Κέντρου Έρευνας στη Λευκωσία. Η ειρήνη και ο φεμινισμός δεν ήταν για εκείνη ξεχωριστά μέτωπα· ήταν η ίδια μάχη, ενάντια σε όσα ο εθνικισμός και η βία στερούν από τους ανθρώπους.
Η διεθνής αναγνώριση
Η προσφορά της αναγνωρίστηκε πολύ πέρα από το νησί. Το 2008 έγινε η πρώτη Κύπρια δημοσιογράφος που τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο «Courage in Journalism» του International Women’s Media Foundation. Το 2014 έλαβε το Ευρωπαϊκό Βραβείο του Πολίτη. Το 2019 προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης, με τις εφημερίδες Yenidüzen και «Πολίτης» να χαιρετίζουν από κοινού την υποψηφιότητα, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε μαζί με τον δημοσιογράφο Ανδρέα Παράσχο για την πρωτοποριακή τους έρευνα στα θέματα των αγνοουμένων.
Τι μας αφήνει
Η Sevgül Uludağ έκανε αυτό που κανονικά όφειλαν να κάνουν κράτη, επιτροπές και θεσμοί με προϋπολογισμούς: πήγε και ρώτησε. Άκουσε. Κατέγραψε. Και επέμεινε, όταν η επιμονή είχε τίμημα την ίδια της την ασφάλεια.
Το ζήτημα των αγνοουμένων της Κύπρου παραμένει ανοιχτό, εκατοντάδες οικογένειες, και στις δύο κοινότητες, περιμένουν ακόμη απαντήσεις, ενώ οι αυτόπτες μάρτυρες λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο. Ο πιο ουσιαστικός φόρος τιμής στη μνήμη της δεν είναι οι ανακοινώσεις· είναι η συνέχιση αυτού του έργου, με την ίδια αρχή που το καθόρισε: ότι η αλήθεια δεν έχει κοινότητα, και ο πόνος δεν έχει εθνικότητα.
Σε ένα νησί που έμαθε να μετρά τους νεκρούς του χωριστά, εκείνη τους μέτρησε όλους μαζί. Αυτή είναι η κληρονομιά της. Και είναι δική μας ευθύνη πλέον.
Πηγές: Ανακοίνωση της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ, 29 Ιουνίου 2026)· εφημερίδα «Πολίτης» — βιογραφικό αφιέρωμα και αρχείο της στήλης «Underground Notes»· Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια (Polignosi)· δηλώσεις του συμπροέδρου της Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά Σώτου Κτωρή