Στο κοιμητήριο Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό ξεκίνησε η δεύτερη προσπάθεια εντοπισμού των οστών του εθνικού μας ποιητή. Τα γεγονότα, και ένα ερώτημα για το τι χρωστάμε πραγματικά στους πνευματικούς μας ανθρώπους.
Μια παράφραση που πονάει
Λέγεται πως ο Γκάντι είπε ότι η ποιότητα ενός λαού φαίνεται από τον τρόπο που φέρεται στα ζώα του. Για την ακρίβεια, η φράση τού αποδίδεται, δεν έχει βρεθεί ποτέ σε δικό του κείμενο. Αλλά κρατήστε την ειρωνεία: ακόμη και το ρητό περί σεβασμού κυκλοφορεί με λάθος ταυτότητα. Ταιριαστό πρελούδιο για όσα ακολουθούν.
Στην Κύπρο, πάντως, για τα τετράποδα δεν μας συμφέρει να ανοίξουμε κουβέντα. Ας παραφράσουμε λοιπόν: η μόρφωση ενός λαού αποδεικνύεται από τον τρόπο που φέρεται στους πνευματικούς του ανθρώπους.
Και ο δικός μας τρόπος; Ψάχνουμε τα οστά ενός εκ των σημαντικότερων λογοτεχνών μας. Με δικαστικά διατάγματα. Σε τάφο που λέγεται «του άγνωστου νεκρού». Εκατόν εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του. Αν είναι δυνατόν, κι όμως, είναι.
Τα γεγονότα
Ανήμερα της επετείου του απαγχονισμού του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού από τους Τούρκους, του γεγονότος που ενέπνευσε το ποίημα «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», ξεκίνησαν στο κοιμητήριο Αγίου Νικολάου, στη Λεμεσό, νέες προσπάθειες για τον εντοπισμό των οστών του Βασίλη Μιχαηλίδη.
Η εκταφή γίνεται στο ίδιο σημείο με εκείνη του 2024, στη βάση νέου δικαστικού διατάγματος, το οποίο αυτή τη φορά επιτρέπει τη λήψη δειγμάτων από όλο το περιεχόμενο του τάφου.
Όπως υπενθύμισε ο Πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεμεσού, Γιώργος Πετούσης, ο Μιχαηλίδης πέθανε το 1917 στο πτωχοκομείο και κηδεύτηκε με τιμές από τον Δήμο Λεμεσού, χωρίς όμως να προβλεφθεί επιγραφή με το όνομά του στο ακριβές σημείο ταφής. Η πρώτη προσπάθεια εντοπισμού, το 2024, απέβη άκαρπη: το τότε διάταγμα απαγόρευε περαιτέρω εκταφή εάν εντοπίζονταν οστά περισσότερων ανθρώπων. Εντοπίστηκαν τα οστά μιας γυναίκας και ενός παιδιού, ο τάφος έκλεισε, και χρειάστηκαν δύο χρόνια για την εξασφάλιση νέου διατάγματος.
Τα δείγματα γενετικού υλικού θα εξεταστούν από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, με την Εταιρεία Λογοτεχνών να αναμένει τα αποτελέσματα.
Η όλη προσπάθεια στηρίζεται σε δύο μαρτυρίες. Ο ιστοριοδίφης Αριστείδης Κουδουνάρης γνώριζε το σημείο ταφής από τη γιαγιά του. Στον πολιτικό μηχανικό Χρήστο Ροτσίδη, το ίδιο σημείο το είχε υποδείξει, όταν εκείνος ήταν παιδί, ένας ζητιάνος του κοιμητηρίου, τον άκουσε να απαγγέλλει τη «Χιώτισσα» και, όταν τον ρώτησε γιατί, ο ζητιάνος απάντησε πως ήθελε να τον ακούσει ο ποιητής που ήταν θαμμένος εκεί.
Κρατήστε αυτή την εικόνα. Θα τη χρειαστούμε.
Δεν είναι τα οστά που θα κάνουν τη διαφορά
Ας είμαστε ειλικρινείς. Η προσπάθεια της Εταιρείας Λογοτεχνών είναι συγκινητική και αξίζει κάθε στήριξη. Αν τα οστά βρεθούν, ο ποιητής της κυπριακής ψυχής θα αποκτήσει επιτέλους έναν τάφο με το όνομά του.
Αλλά μην κοροϊδευόμαστε: δεν είναι ένας τάφος που θα κάνει τη διαφορά. Ένας τάφος είναι οφειλή προς τους νεκρούς. Η μνήμη είναι υποχρέωση προς τους ζωντανούς.
Ο άνθρωπος που έγραψε την «9η Ιουλίου», το ποίημα που απαγγέλλουμε σε κάθε εθνική επέτειο με σφιγμένο λαιμό, πέθανε στο πτωχοκομείο. Και η πολιτεία που τον άφησε να πεθάνει εκεί δεν φρόντισε ούτε μια πέτρα με το όνομά του. Το ερώτημα δεν είναι πού βρίσκονται τα οστά του. Το ερώτημα είναι πού βρίσκεται το όνομά του σήμερα, στον δημόσιο χώρο, στην καθημερινότητά μας.
Το όνομά του στο αεροδρόμιο της Πάφου, γιατί άλλες χώρες βαφτίζουν τα αεροδρόμιά τους με ποιητές και καλλιτέχνες, και υποδέχονται τον κόσμο με τον πολιτισμό τους. Το όνομά του σε κεντρικούς δρόμους, όχι σε αδιέξοδα των προαστίων. Σε σχολεία, ώστε τα παιδιά να ρωτούν «ποιος ήταν αυτός;» και κάποιος να τους απαντά. Σε ένα μουσείο, ίσως, αντάξιο του έργου του, όχι μια προθήκη, αλλά έναν ζωντανό χώρο όπου η κυπριακή διάλεκτος που ύψωσε σε ποίηση θα διδάσκεται και θα γιορτάζεται.
Γιατί η πικρή αλήθεια αυτής της ιστορίας είναι ότι, επί έναν αιώνα, ο άνθρωπος που τίμησε τη μνήμη του ποιητή πιο πιστά από όλους μας ήταν ένας ζητιάνος. Στεκόταν πάνω από έναν ανώνυμο τάφο και του απάγγελλε τη «Χιώτισσα», για να τον ακούει.
Αυτός ήξερε. Εμείς, εκατόν εννέα χρόνια μετά, ακόμη ψάχνουμε. Και όχι μόνο τα οστά.