Γιατί το Κυπριακό δεν λύθηκε ποτέ: Το κοινό μοτίβο πίσω από 50 χρόνια αποτυχιών

kypriako

Κανένα σχέδιο λύσης του Κυπριακού δεν κατέρρευσε επειδή δεν υπήρχε συμφωνία στο τραπέζι. Κατέρρευσε επειδή κάποιος αποφάσισε ότι δεν τον συνέφερε η λύση.

Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει αν διαβάσεις προσεκτικά την ιστορία των σχεδίων λύσης από το 1977 μέχρι σήμερα. Όχι ότι η λύση ήταν αδύνατη. Αλλά ότι κάθε φορά που η λύση πλησίαζε, κάποιος είχε λόγους να την αποφύγει. Και αυτοί οι λόγοι σπάνια είχαν να κάνουν με αυτό που συζητιόταν στο τραπέζι.

Αυτό δεν είναι ένα άρθρο που θα σου πει ποια πλευρά «φταίει». Είναι μια ανάλυση του μοτίβου: γιατί κάθε σχέδιο, ανεξαρτήτως της ποιότητάς του, ανεξαρτήτως του ποιος το πρότεινε, κατέληξε στο ίδιο σημείο. Και γιατί το 2026, αυτό το μοτίβο ίσως να μην έχει αλλάξει όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

1977-1979: Η γλώσσα που εγκλωβίστηκε σε μια συμφωνία

Την πρώτη ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο (20 Ιουλίου 1974), το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ομόφωνα  το ψήφισμα 353 (1974) με το οποίο αποδοκίμασε έντονα την έκρηξη βίας και τη συνεχιζόμενη αιματοχυσία, ζήτησε την κατάπαυση του πυρός, συνέστησε αυτοσυγκράτηση και αποφυγή κάθε ενέργειας που θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση και κάλεσε όλα τα κράτη να σέβονται την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. 

Μετά την έναρξη της β’ φάσης της εισβολής, (14 Αυγούστου 1974), με το ψήφισμα 360 (1974), το Συμβούλιο Ασφαλείας  ζήτησε την αποχώρηση, χωρίς καθυστέρηση, από την Kυπριακή Δημοκρατία του στρατιωτικού προσωπικού που βρίσκεται εκεί, πέραν του προβλεπομένου από διεθνείς συμφωνίες και προέτρεψε τα μέρη να προβούν, χωρίς καθυστέρηση και σε ατμόσφαιρα εποικοδομητικής συνεργασίας, σε διαπραγματεύσεις, των οποίων το αποτέλεσμα δεν θα πρέπει να παρεμποδισθεί ή προδικασθεί από την απόκτηση πλεονεκτημάτων ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών,  με το Ψήφισμα 3212 (1η Νοεμβρίου 1974), που υιοθετήθηκε με 117 ψήφους υπέρ, καμία εναντίον και καμία αποχή, κάλεσε όλα τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία, ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Δημοκρατίας της Kύπρου και να απέχουν από οποιαδήποτε πράξη και επέμβαση που στρέφονται εναντίον της, προέτρεψε την ταχεία αποχώρηση όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και τον τερματισμό οποιασδήποτε ξένης επέμβασης στις υποθέσεις της, ζήτησε την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες, αν είναι ανάγκη, περιλαμβανομένων διαπραγματεύσεων, στα πλαίσια των Hνωμένων Eθνών, προς τον σκοπό εφαρμογής των προνοιών του παρόντος ψηφίσματος, ώστε να διασφαλισθεί έτσι το βασικό δικαίωμα της Δημοκρατίας της Kύπρου για ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα.

Τα ψηφίσματα αυτά ουδέποτε μετέβαλαν το καθεστώς της διχοτόμησης της Κύπρου, που προκλήθηκε από την τουρκική εισβολή. Αντιθέτως, οι λεγόμενες «Συμφωνίες Κορυφής» της 12ης Φεβρουαρίου 1977 και της 19ης Μαΐου 1979 βασίζονται σε τετελεσμένα της εισβολής. Η πρώτη  συμφωνία μεταξύ Μακαρίου και Ντενκτάς περιλαμβάνει τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές («Guidelines»), οι οποίες θα αποδειχθούν, στην συνέχεια, καθοριστικές για τις περαιτέρω διακοινοτικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού. Συμφωνήθηκε η λύση της δικοινοτικής ομόσπονδης Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τη δεύτερη κατευθυντήρια γραμμή,  «το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας («the territory under the administration of each community») πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας ή παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας γης».

Η πρώτη επίσημη απόπειρα μετά την εισβολή έγινε στη Βιέννη, στις 12 Φεβρουαρίου 1977, με τη Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς. Για πρώτη φορά, και οι δύο πλευρές υποχώρησαν από τις ακραίες τους θέσεις: η ελληνοκυπριακή από το ενιαίο κράτος, η τουρκοκυπριακή από τα δύο ξεχωριστά κράτη. Αποτέλεσμα: συμφωνία τεσσάρων σημείων για μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία.

Ο Μακάριος πέθανε λίγους μήνες μετά. Αυτό δεν είναι ιστορική λεπτομέρεια. Ο Μακάριος ήταν ο μόνος ελληνοκύπριος ηγέτης με αρκετό πολιτικό κεφάλαιο ώστε να «πουλήσει» μια συμφωνία στον ελληνοκυπριακό πληθυσμό. Ο διάδοχός του, Σπύρος Κυπριανού, επιβεβαίωσε τη συμφωνία στις 19 Μαΐου 1979 με δέκα σημεία που ουσιαστικά προέβλεπαν επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών. Αλλά το πολιτικό κεφάλαιο που χρειαζόταν για να μετατραπεί μια συμφωνία αρχών σε λύση δεν υπήρχε πια.

Αυτό που έμεινε από το 1977 δεν ήταν λύση. Ήταν γλώσσα. Η φράση «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία» εγκαταστάθηκε ως η μόνη αποδεκτή περιγραφή οποιασδήποτε μελλοντικής λύσης, και κάθε μεταγενέστερο σχέδιο χτίστηκε πάνω της, ανεξαρτήτως του τι σήμαινε αυτή η φράση για κάθε πλευρά. Γιατί εκεί ακριβώς κρύβεται ο πρώτος πυρήνας του μοτίβου: η ίδια γλώσσα, ερμηνευμένη τελείως διαφορετικά από κάθε πλευρά.

Στη  συνάντησή τους στις 19 Μαΐου 1979,  ο πρόεδρος Κυπριανού κι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντενκτάς, συνήψαν συμφωνία δέκα σημείων, η οποία θ’ αποτελούσε τη βάση για την επανέναρξη των προ αρκετού χρόνου διακοπεισών διακοινοτικών συνομιλιών.

Έχει αποτελέσει αντικείμενο επανειλημμένων συζητήσεων, με ακαδημαϊκή πλέον σημασία, αν οι προαναφερόμενες συμφωνίες περιλαμβάνουν και την λύση της «διζωνικής» ομοσπονδίας. Το βέβαιον είναι ότι  ελληνοκυπριακή ηγεσία αποδέχθηκε  τη λύση ομοσπονδίας, χωρίς να έχει λάβει υπ’ όψη της ότι τα ομοσπονδιακά κράτη ιδρύονται ως αποτέλεσμα επιθυμίας δυο εδαφικών περιφερειών (κρατών, επαρχιών) να συνενωθούν για την προώθηση κοινών στόχων. Στην περίπτωση της Κύπρου, ένα υπαρκτό, ενιαίο πολιτειακά και εδαφικά, κράτος διαχωρίσθηκε, με την στρατιωτική εισβολή και την βία γειτονικής χώρας, σε δυο εδαφικές περιφέρειες, και, ως συνέχεια αυτής της επιβληθείσας έξωθεν πραγματικότητας, επιζητείται η συνένωσή τους σε ομοσπονδιακό κράτος και, μάλιστα «δικοινοτικό», ώστε κάθε μια από τις δύο κοινότητες να διοικείται χωριστά. Επί πλέον, δεν εξετάσθηκε η λειτουργικότητα της λεγόμενης «δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας», η οποία, στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να στηρίζεται  στην ισχυρή θέληση των δύο κυπριακών κοινοτήτων να ζήσουν μαζί, με πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συνδιαλλαγής και συνεργασίας, δηλαδή με προαπαιτούμενα που, αποδεδειγμένα, δεν υφίστανται στην Κύπρο.  

Έκτοτε, η τουρκοκυπριακή ηγεσία, όταν μιλούσε για ομοσπονδία,  εννοούσε τη νομιμοποίηση της διχοτόμησης. Χαρακτηριστική η δήλωση του Ραούφ Ντενκτάς, σε  συνέντευξή του στο τουρκοκυπριακό περιοδικό «Olay» (16 Ιουλίου 1979): «Η έννοια της ‘διζωνικής’ είναι ότι είμαι ένα κράτος που έχω έδαφος, ως ένα από τα δυο ομόσπονδα κράτη. Είμαι κυρίαρχος σε πολλά πράγματα σε αυτό το έδαφος. Η κυριαρχία μου είναι απόλυτη και κανένας δεν μπορεί να μου την αφαιρέσει». Άποψη ευθέως προερχόμενη από την προηγηθείσα δήλωση του Ισμέτ Ινονού στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση: «Επίσημα υποστηρίζουμε μάλλον την ιδέα της ομοσπονδίας παρά εκείνη της διχοτόμησης, για να μείνουμε στο πλαίσιο των διατάξεων των συνθηκών».  

Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ, για την προσέγγιση των διαφορών απόψεων, προσέκρουσαν τον Νοέμβριο 1983 στην απροσχημάτιστα αποσχιστική ενέργεια της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, με την ανακήρυξη της παράνομης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», που προδήλως συνιστά παγίωση των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με τα Ψηφίσματά του  541/1983    και 550/1984 καταδίκασε την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων και κάθε αποσχιστική δραστηριότητα και κάλεσε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να μην την αναγνωρίσουν. Όμως, από τα όσα ακολούθησαν,  φάνηκε ότι, τα τετελεσμένα της εισβολής όχι μόνο δεν ήρθησαν αλλά και παγιώθηκαν. Απόδειξη τούτου συνιστά το Ψήφισμα 649/1990, όπου, για πρώτη φορά, το Συμβούλιο Ασφαλείας αναφέρεται στην «διζωνική ομοσπονδία». Το Ψήφισμα αυτό «καλεί τους ηγέτες των δυο κοινοτήτων να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να επιτύχουν ελεύθερα μια αμοιβαία αποδεκτή λύση που να προνοεί για την εγκαθίδρυση ομοσπονδίας, η οποία θα είναι δικοινοτική όσον αφορά τις συνταγματικές πτυχές και διζωνική όσον αφορά τις εδαφικές πτυχές…».

1992: Η Δέσμη Ιδεών Γκάλι και το μάθημα των εκλογών

Δεκαπέντε χρόνια μετά το 1977, ο Γενικός Γραμματέας Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι παρουσίασε στις 15 Ιουλίου 1992 ένα σχέδιο τεχνοκρατικής λεπτομέρειας που δεν είχε ξαναδεί το Κυπριακό: τη «Δέσμη Ιδεών». Χάρτης, ποσοστά εδαφών, 27,4% υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση, στόχος αποστρατιωτικοποίησης. Για πρώτη φορά, ένα σχέδιο προσπαθούσε να μετατρέψει τις αρχές του 1977 σε αριθμούς.

Η «Δέσμη Ιδεών» του νέου γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Μπούτρος – Μπούτρος Γκάλι, που δόθηκε στα δύο μέρη, την 15η Ιουλίου 1992, για λύση του προβλήματος,  ήταν το πρώτο συγκεκριμένο σχέδιο  του ΟΗΕ προς συζήτηση, με την ελπίδα ότι με την τελική συμπλήρωση του, στις διακοινοτικές συνομιλίες, θα αποτελούσε την κατάλληλη βάση για την επίτευξη ενός πλαισίου συνολικής συμφωνίας.

Στις κυριότερες και βασικές πρόνοιες της «Δέσμης Ιδεών» υπογραμμιζόταν ότι το πλαίσιο συνολικής συμφωνίας θα οδηγήσει σε ένα νέο συνεταιρισμό και ένα νέο Σύνταγμα για την Κύπρο που θα διέπει τις σχέσεις των δυο κοινοτήτων πάνω σε ομοσπονδιακή βάση, δηλαδή δικοινοτική σε ό,τι αφορά τις συνταγματικές πτυχές και διζωνική σε ό,τι αφορά τις εδαφικές πτυχές και ότι το πλαίσιο αυτό στηρίζεται στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου του 1977 και 1979 και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η «Δέσμη Ιδεών» έγινε δεκτή από τον τότε Πρόεδρο Γιώργο Βασιλείου ως βάση για διαπραγματεύσεις, αλλά απορρίφθηκε από τον Ντενκτάς. Μάλιστα, το Ψήφισμα  789/1992, μεταξύ άλλων, «σημειώνει ότι με τις πρόσφατες κοινές συναντήσει δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος κοινός στόχος, ιδιαίτερα διότι ορισμένες θέσεις που υιοθετήθηκαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά, παρέκκλιναν θεμελιωδώς από τη Δέσμη Ιδεών» και «καλεί την τουρκοκυπριακή πλευρά να υιοθετήσει θέσεις που να συνάδουν με τη  Δέσμη Ιδεών στα θέματα εκείνα που καθορίζει ο Γενικός Γραμματέας στην έκθεσή του και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να είναι έτοιμα κατά τον επόμενο γύρο των συνομιλιών να πάρουν αποφάσεις που θα οδηγήσουν σύντομα σε συμφωνία».

Η πλειοψηφία των ελληνοκυπριακών κομμάτων σε έκτακτη συνεδρία της Βουλής στις 27.1.1993 τάχθηκε εναντίον της «Δέσμης Ιδεών» Γκάλι. Ο Γλαύκος Κληρίδης, ενώ υποστήριζε την πολιτική Βασιλείου μέχρι και το καλοκαίρι του 1992 και αντιμετώπιζε θετικά την «Δέσμη Ιδεών» Γκάλι,   όταν αυτές δημοσιεύθηκαν, άλλαξε γραμμή  ενόψει των προεδρικών εκλογών του 1993, για να προσεγγίσει το ΔΗ.ΚΟ, με το οποίο συνεργάστηκε  στις εκλογές αυτές.

Εδώ εμφανίζεται το δεύτερο στοιχείο του μοτίβου: η λύση γίνεται εκλογικό ζήτημα. Όταν η αντίθεση σε ένα σχέδιο οδηγεί σε εκλογική νίκη, κανένας μελλοντικός ηγέτης δεν θα βιαστεί να υπογράψει το επόμενο. Το κόστος του «ναι» γίνεται πολιτικά μεγαλύτερο από το κόστος του «όχι». Και αυτή η ασυμμετρία δεν εξαφανίστηκε ποτέ.

Αξίζει να σημειωθεί όμως πως αντικειμενικά, για πρώτη φορά στα χρονικά των σχεδόν 20 χρόνων από την εισβολή, το Κυπριακό με ΠτΔ το Γιώργο Βασιλείου το 1993, έφτασε στη λύση του πιο κοντά από ποτέ.   

2002-2004: Το Σχέδιο Ανάν και η ανατομία μιας συντριπτικής απόρριψης

Το τελικό σχέδιο Ανάν, που χαρακτηρίστηκε ως «ιστορική ευκαιρία», ήταν δυσμενέστερο για την ελληνοκυπριακή πλευρά, τόσο από την «Δέσμη Ιδεών Γκάλι», όσο και από τις προηγούμενες, συμβάδιζε δε με την επιθυμία του διεθνούς παράγοντα για επίλυση του προβλήματος, με βάση τα διαμορφωθέντα από την τουρκική κατοχή τετελεσμένα και όχι με βάση το διεθνές δίκαιο και τις δεσμεύσεις του ΟΗΕ.

Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν είχε απορρίψει το μεγαλύτερο μέρος των ελληνοκυπριακών προτάσεων, ενώ, παράλληλα, είχε προχωρήσει σε τροποποιήσεις του αρχικού του σχεδίου, που ικανοποιούσαν σχεδόν πλήρως τις τουρκικές θέσεις, όπως  π.χ., την ενίσχυση της διζωνικότητας μέσω της διασφάλισης εκλογής γερουσιαστών με βάση την εθνοτική καταγωγή, την μείωση του αριθμού των προσφύγων που θα επέστρεφαν στις εστίες τους, την επιβεβαίωση της παραμονής όλων των Τούρκων εποίκων, την διαρκή παρουσία τουρκικών στρατευμάτων και καμιά αλλαγή στο εδαφικό..

 Το τελικό σχέδιο Ανάν  περιελάμβανε τους εξής βασικούς άξονες:

  1. Κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος, με την ονομασία «Ενωμένη Δημοκρατία της Κύπρου», με περιορισμένο αριθμό λειτουργιών και αρμοδιοτήτων. 
  2.  Ισοβαρή αντιμετώπιση του 82% των Ελληνοκυπρίων και του 18% των Τουρκοκυπρίων, στο πλαίσιο δύο ισοτίμων πολιτειών, της ελληνοκυπριακής (με αναλογία εδάφους 72%) και της τουρκοκυπριακής (με αναλογία εδάφους 28%), με τις ίδιες ακριβώς, αυξημένες έναντι του ομοσπονδιακού κράτους, εξουσίες και αρμοδιότητες στο εσωτερικό εκάστης εξ αυτών. 
  3. Ξεχωριστές, για κάθε «πολιτεία», σημαίες, Συντάγματα, Κοινοβούλια και ύμνοι.
  4. Προεδρικό Συμβούλιο (αντί του προβλεπομένου από το Σύνταγμα Ελληνοκυπρίου Προέδρου και Τουρκοκυπρίου Αντιπροέδρου)  επέχον θέση Αρχηγού του Κράτους, με εννέα (9) μέλη, έξι (6) Ελληνοκύπριοι και τρείς (3) Τουρκοκύπριοι, με δικαίωμα ψήφου των 4 και των 2 εξ αυτών, αντιστοίχως. Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου, προερχόμενοι από διαφορετικές πολιτείες, θα εναλλάσσονταν ανά είκοσι (20) μήνες, με αναλογία δύο προς ένα υπέρ των Ελληνοκυπρίων. Δηλαδή, για τον πρόεδρο, η διαδοχική σειρά θα είναι: Ελληνοκύπριος-Τουρκοκύπριος-Ελληνοκύπριος, πάλι Ελληνοκύπριος  κ.ο.κ.
  5. Κάτω Βουλή με 48 βουλευτές εκ των οποίων 25% υποχρεωτικά Τουρκοκύπριοι. 
  6. Γερουσία με 48 μέλη προερχόμενα εξ ίσου (24 -24) από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους.
  7. Ξεχωριστές εκλογές για την ανάδειξη γερουσιαστών και βουλευτών σε καθεμιά από τις δύο συνιστώσες «πολιτείες».  H ψήφιση ενός νόμου απαιτεί την έγκριση, με απλή πλειοψηφία και από τα δύο σώματα, αλλά και την έγκρισή του τουλάχιστον από το ένα τέταρτο των αντιπροσώπων κάθε συνιστώσας πολιτείας.
  8. Δεδεκαμελές (12 μέλη) Ανώτατο Δικαστήριο, με την συμμετοχή έξι Ελληνοκυπρίων, τριών Τουρκοκυπρίων και τριών μη Κυπρίων δικαστών, ως τελικών  διαμορφωτών των κυβερνητικών αποφάσεων, στην περίπτωση κατά την οποία με veto της μιας πλευράς (προφανώς της τουρκοκυπριακής)  εμποδίζεται η λήψη τους.
  9. Υποχρεωτική συμμετοχή Τουρκοκυπρίων, σε αναλογία του ενός τρίτου (1/3), σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες του κεντρικού κράτους.
  10. Πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο στην κεντρική τράπεζα με την συμμετοχή δύο Ελληνοκυπρίων, δύο Τουρκοκυπρίων και ενός μη Κυπρίου.
  11. Κατάργηση της αρχής της πλειοψηφίας, με βάση, για την λήψη των αποφάσεων σε όλα τα ομοσπονδιακά όργανα την συναίνεση των δύο κοινοτήτων και σε περίπτωση μη συναινέσεως την συμμετοχή, για την διαμόρφωση της πλειοψηφίας, συγκεκριμένου ελάχιστου αριθμού Τουρκοκυπρίων.

Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για σχέδιο που δημιουργούσε μια εντελώς ιδιόρρυθμη κρατική οντότητα περιορισμένης κυριαρχίας, όπου η λήψη των αποφάσεων θα μπορούσε να καταστεί αδύνατη, εφ’ όσον διαφωνούσε η μειοψηφία, με πρακτικό αποτέλεσμα να καθίσταται η πλειοψηφία υποχείρια των διαθέσεών της.

Το Σχέδιο Ανάν είναι το πιο γνωστό και το πιο παρεξηγημένο κεφάλαιο του Κυπριακού. Δεν ήταν ένα σχέδιο. Ήταν πέντε διαδοχικές εκδοχές του ίδιου σχεδίου, σε διάστημα δύο χρόνων, καθεμία πιο λεπτομερής από την προηγούμενη.

Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε την πρώτη μορφή στις 11 Νοεμβρίου 2002, τη δεύτερη στις 10 Δεκεμβρίου 2002, την τρίτη στις 26 Φεβρουαρίου 2003. Μετά την εκλογή Παπαδόπουλου το 2003, οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν, αλλά η πέμπτη και τελική μορφή, που παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2004, γράφτηκε αποκλειστικά από τον ίδιο τον Ανάν. Γιατί; Επειδή οι δύο κοινότητες δεν είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν μόνες τους.

Αυτή η λεπτομέρεια είναι κρίσιμη: το τελικό κείμενο που υπεβλήθη σε δημοψήφισμα δεν ήταν κείμενο που είχαν συνδιαμορφώσει οι δύο πλευρές. Ήταν κείμενο που είχε γράψει ο ΟΗΕ, γιατί οι δύο πλευρές δεν τα βρήκαν. Και αυτό, εν μέρει, εξηγεί τι ακολούθησε.

Ο Παπαδόπουλος αντιτάχθηκε σθεναρά. Το ΑΚΕΛ, που αρχικά το υποστήριζε, απέσυρε την υποστήριξή του λίγες εβδομάδες πριν το δημοψήφισμα. Ο ΔΗΣΥ υπό τον Νίκο Αναστασιάδη παρέμεινε υπέρ. Στις 24 Απριλίου 2004, ο κυπριακός λαός απέρριψε το σχέδιο με 76% κατά. Ταυτόχρονα, οι Τουρκοκύπριοι, για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού, το αποδέχτηκαν με 65% υπέρ.

Δέκα μέρες μετά, η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ διχοτομημένη. Αυτό σήμαινε ότι το βασικό κίνητρο της ελληνοκυπριακής πλευράς να δεχτεί ένα σχέδιο (η ευρωπαϊκή ένταξη) είχε ήδη εξαλειφθεί. Και ο βασικός μοχλός πίεσης προς τη λύση (η απειλή της ένταξης χωρίς λύση) είχε ήδη αποδειχθεί πως μπορεί να εκτελεστεί και χωρίς.

Εδώ φαίνεται ίσως πιο καθαρά το τρίτο στοιχείο του μοτίβου: οι εξωτερικοί μηχανισμοί πίεσης (ΕΕ, ΟΗΕ, διεθνής κοινότητα) δουλεύουν μόνο αν υπάρχει συνέπεια στην εφαρμογή τους. Όταν η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ χωρίς λύση, στάλθηκε ένα μήνυμα που δεν έχει αναιρεθεί μέχρι σήμερα: η διεθνής κοινότητα δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει πολιτικό κόστος για τη λύση.

2008-2012: Η «καλύτερη ευκαιρία» που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ

Μετά την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια, πραγματοποιήθηκαν  συναντήσεις του ιδίου με τον Ταλάτ,  που κατέληξαν στην  «Κοινή Δήλωση» της 23ης Μαΐου 2008, με την οποία, «επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για μια διζωνική, δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα όπως ορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτός ο συνεταιρισμός θα έχει μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μια Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία και μια Ελληνοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία, οι οποίες θα έχουν ισότιμο καθεστώς». Είναι η πρώτη φορά που η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχεται ότι ο συνεταιρισμός θα προέλθει από «συνιστώσες πολιτείες» (constituent states), που σημαίνει ότι αυτός ο συνεταιρισμός δεν θα είναι συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτή ήταν γνωστή μέχρι την εισβολή   Όταν υπήρξαν αντιδράσεις για την απουσία αναφοράς για «μία κυριαρχία» και «μία ιθαγένεια», ο Χριστόφιας  επεδίωξε διευκρίνιση, οπότε σε νέα  κοινή δήλωση των Χριστόφια – Ταλάτ (1η Ιουλίου 2008), αναφέρεται ότι «συζήτησαν τα θέματα της μίας και μόνης κυριαρχίας και ιθαγένειας για τα οποία έχουν συμφωνήσει ως θέμα αρχής  και συμφώνησαν να συζητήσουν τις λεπτομέρειες της εφαρμογής τους κατά τις απευθείας διαπραγματεύσεις». Ενώ δηλαδή ο συνεταιρισμός με μία διεθνή προσωπικότητα, συμφωνήθηκε αμέσως, η ιθαγένεια και η κυριαρχία έμειναν να συζητηθούν στις διαπραγματεύσεις…

Όμως κανένα ολοκληρωμένο κείμενο δεν υπογράφτηκε ποτέ. Γιατί; Εν μέρει γιατί ο Ταλάτ έχασε τις εκλογές του 2010 από τον Ντερβίς Έρογλου, έναν πολύ πιο σκληρό διαπραγματευτή με διαφορετική ατζέντα. Εν μέρει γιατί η εσωτερική πολιτική στην Κύπρο δεν άφηνε περιθώρια για τις αναγκαίες υποχωρήσεις.

Αυτό αναδεικνύει το τέταρτο στοιχείο του μοτίβου: οι «κατάλληλες συνθήκες» είναι εξαιρετικά εύθραυστες. Εξαρτώνται από ποιος είναι ηγέτης στην κατεχόμενη (βόρεια) Κύπρο (που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Άγκυρα), ποιος είναι ηγέτης στην επίσημη Δημοκρατία της Κύπρου, και αν η διεθνής συγκυρία επιτρέπει πίεση από τρίτους. Και αυτές οι τρεις μεταβλητές σπάνια ευθυγραμμίζονται ταυτόχρονα.

Ιούλιος 2017: Το βράδυ που αποφασίστηκε η αποτυχία

Ιούλιος 2017: Το Κραν Μοντανά και η αποτυχία που άλλαξε τα δεδομένα

Για να καταλάβει κάποιος γιατί το Κραν Μοντανά ήταν διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα, πρέπει πρώτα να καταλάβει τι ακριβώς έγινε εκεί. Δεν ήταν άλλος ένας γύρος συνομιλιών. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού που έγινε προσπάθεια να λυθεί το σύνολο των σκληρών ζητημάτων ταυτόχρονα, σε ένα ενιαίο πακέτο, με τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα παρόντα ως διαπραγματευτή.

Ήταν επίσης η πρώτη φορά που η αποτυχία δεν σήμαινε απλώς διακοπή. Σήμαινε μετατόπιση.

Τι ήταν το Πλαίσιο Γκουτέρες και γιατί ήταν πρωτοφανές

Η Διάσκεψη του Κραν Μοντανά ήταν δομημένη σε δύο παράλληλα τραπέζια διαπραγμάτευσης. Το πρώτο αφορούσε τις εσωτερικές διαστάσεις: εδαφικό, ιδιοκτησία και διακυβέρνηση. Το δεύτερο τις εξωτερικές: ασφάλεια, διεθνείς εγγυήσεις και αποχώρηση ξένων στρατευμάτων. Το Πλαίσιο Γκουτέρες, ένας μηχανισμός έξι σημείων, σχεδιάστηκε για να σπάσει τον κύκλο του «τίποτα δεν συμφωνείται μέχρι να συμφωνηθεί όλα». Η στρατηγική πρόθεση: να δεσμεύσει τους ηγέτες σε ταυτόχρονες υποχωρήσεις στα έξι πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα.

Αυτό ήταν δομικά επαναστατικό. Κάθε προηγούμενη απόπειρα είτε αντιμετώπιζε τα εσωτερικά ξεχωριστά από τα εξωτερικά, είτε άφηνε κάποια ζητήματα για «αργότερα». Το Κραν Μοντανά προσπάθησε να πει: δεν υπάρχει «αργότερα». Όλα εδώ, όλα τώρα.

Είναι ευρέως αναγνωρισμένο από διπλωματικούς παρατηρητές και ιστορικούς ότι η Διάσκεψη του Κραν Μοντανά αντιπροσώπευε το υψηλότερο σημείο, την πιο κοντινή στιγμή που έφτασαν οι δύο πλευρές σε λύση από τη διαίρεση του 1974.

Η εβδομάδα που τελείωσε στις 3:45 το πρωί

Η Διάσκεψη άνοιξε στις 28 Ιουνίου με χαμόγελα, χειραψίες και θετικές δηλώσεις, ενώ πίσω από τις κουλίσες παρέμεναν παγιωμένες θέσεις. Ήδη τη δεύτερη μέρα, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου τηλεγράφησε στους Ελληνοκύπριους να ξεχάσουν την κατάργηση των ξένων εγγυήσεων και την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, χαρακτηρίζοντας το «όνειρο από το οποίο η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι έπρεπε να ξυπνήσουν».

Αυτή η κίνηση της δεύτερης μέρας ήταν ενδεικτική. Η Τουρκία δεν ήρθε στο Κραν Μοντανά για να διαπραγματευτεί τις εγγυήσεις. Ήρθε έχοντας ήδη αποφασίσει ότι αυτό το ζήτημα δεν ήταν προς διαπραγμάτευση.

Στις 30 Ιουνίου και 6 Ιουλίου, ο Γκουτέρες εμπλάκηκε προσωπικά με τα μέρη μέσω εμπιστευτικών διμερών συναντήσεων, στις οποίες τέθηκαν βασικές θέσεις και πιθανά ανοίγματα, ιδίως στα ζητήματα ασφάλειας και εγγυήσεων. Οι προσπάθειες αυτές αποδείχτηκαν άκαρπες.

Το κρίσιμο δείπνο ξεκίνησε στις 9:15 το βράδυ της 6ης Ιουλίου. Ακόμα και τα μεσάνυχτα, οι συζητήσεις μπορούσαν να πάνε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Γύρω στις 2:50 το πρωί, αντιφατικά δημοσιεύματα ανέφεραν από τη μία ότι δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος και από την άλλη ότι τα μόνα εναπομείναντα ζητήματα ήταν η εναλλασσόμενη προεδρία, η αποχώρηση στρατευμάτων και η παρακολούθηση εφαρμογής λύσης. Στις 3:45 το πρωί, ο Γκουτέρες μίλησε στους δημοσιογράφους. Η συνέντευξη Τύπου διήρκεσε μόλις 3,5 λεπτά.

Ποιος έφταιξε και γιατί η ερώτηση παραμένει αναπάντητη

Αυτό που ακολούθησε την επόμενη μέρα ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του κυπριακού μοτίβου: κάθε πλευρά κατηγόρησε την άλλη για εβδομάδες, περιμένοντας ο Γκουτέρες να «τακτοποιήσει» την κατάσταση στην τελική του έκθεση, που ήρθε στις 30 Σεπτεμβρίου. Η προσεκτικά διατυπωμένη ετυμηγορία: χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία στο Κραν Μοντανά και δεν αποδόθηκε ευθύνη σε κανέναν.

Η επίσημη μη-ανάθεση ευθύνης δεν ήταν διπλωματική ουδετερότητα. Ήταν η αναγνώριση ότι, αν ο ΟΗΕ έδειχνε τον υπεύθυνο, θα κατέρρεε και κάθε μελλοντική απόπειρα. Αλλά αυτή η σιωπή είχε κόστος: ο Ειδικός Σύμβουλος Αίντε, μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 18 Ιουλίου, παραδέχτηκε ότι η αποτυχία ήρθε παρά το γεγονός ότι «κομμάτια του παζλ» εμφανίζονταν ακόμα και στις τελευταίες ώρες, αλλά δεν υπήρξε τρόπος να συνδεθούν σε ένα συνολικό deal, εξαιτίας του «χρόνιου προβλήματος του αβγού και της κότας: τι πρέπει να έρθει πρώτο».

Τα «χαμένα πρακτικά» και η ερώτηση που δεν απαντήθηκε ποτέ

Αυτό που ακολούθησε αποκάλυψε κάτι βαθύτερο: μια συνάντηση στις 4 Ιουλίου 2017 για την αποσαφήνιση του Πλαισίου Γκουτέρες είχε παράξει «πρακτικά» που εξαφανίστηκαν. Η κυπριακή κυβέρνηση επέμενε ότι χωρίς αυτά τα πρακτικά, το Πλαίσιο Γκουτέρες δεν μπορούσε να αποτελέσει βάση για επανέναρξη συνομιλιών. Η τουρκοκυπριακή πλευρά αντέτεινε ότι αν η ελληνοκυπριακή αποδεχόταν το Πλαίσιο χωρίς αλλαγές, θα μπορούσε να ανακοινωθεί ως στρατηγική συμφωνία-πακέτο.

Δεν ήταν τεχνική διαφωνία. Ήταν η αποκάλυψη ότι οι δύο πλευρές δεν είχαν κατανοήσει το ίδιο κείμενο με τον ίδιο τρόπο, ούτε καν αφού υπογράφηκε.

Γιατί η αποτυχία αυτή ήταν διαφορετική από όλες τις άλλες

Το 1993 η απόρριψη της Δέσμης Γκάλι σήμαινε ότι χάθηκε ένα σχέδιο. Το 2004 η απόρριψη του Ανάν σήμαινε ότι χάθηκε μια συγκεκριμένη λύση. Το 2017 το Κραν Μοντανά σήμαινε κάτι ποιοτικά διαφορετικό: η αποτυχία κατακλύστηκε από μια μετατόπιση παραδείγματος. Η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία άρχισαν μια υπολογισμένη στροφή από το ομοσπονδιακό μοντέλο προς τη «λύση δύο κρατών» ή «κυρίαρχη ισότητα». Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί αποκλειστικά ως τακτικός ελιγμός.

Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά. Μετά το 1993, η Κύπρος συνέχισε να διαπραγματεύεται στη βάση «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας». Μετά το 2004, το ίδιο. Μετά το 2017, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι υπό τον Τατάρ άλλαξαν επίσημα βάση. Στην άτυπη πενταμερή του Greentree τον Απρίλιο 2021, η τουρκοκυπριακή πλευρά και η Άγκυρα υποστήριξαν μοντέλο δύο κυρίαρχων κρατών με ίσα δικαιώματα, αντί ομοσπονδίας. Ο Γκουτέρες δεν κατάφερε να εντοπίσει κοινό έδαφος.

Το Κραν Μοντανά, επομένως, δεν ήταν απλώς ένα ακόμα ναυάγιο. Ήταν το σημείο μετά το οποίο ένα από τα μέρη αποφάσισε ότι η βάση των 45 χρόνων διαπραγμάτευσης δεν ήταν πια η δική του βάση. Και αυτό, από οποιαδήποτε οπτική γωνία, δεν είναι ίδιο με το 1993 ή το 2004.

Ο Αναστασιάδης και το βάρος της αποτυχίας

Κανένας άλλος Κύπριος ηγέτης δεν έφερε την ευθύνη του Κραν Μοντανά με τον τρόπο που την έφερε ο Νίκος Αναστασιάδης. Όχι επειδή η αποτυχία ήταν αποκλειστικά δική του. Αλλά επειδή η διαφωνία για το αν ήταν δική του υπάρχει ακόμα και σήμερα, και το γεγονός ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει είναι, από μόνο του, μέρος του προβλήματος.

Η επίσημη εκδοχή του Αναστασιάδη ήταν σταθερή: ευθύνη βαραίνει την Τουρκία, η οποία επέμεινε στη συνέχιση των εγγυήσεων και στη μόνιμη παρουσία στρατευμάτων. Τα πρακτικά, κατά τον ίδιο, αποδεικνύουν ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά ήθελε κατάργηση των εγγυήσεων και αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, ενώ η Άγκυρα επέμεινε στη μόνιμη παρουσία. Η απάντησή του στην κριτική παρέμεινε αμετάβλητη για χρόνια: «Τι θέλατε να κάνω; Να αποδεχτώ τις τουρκικές αξιώσεις;»

Η αντίθετη εκδοχή, που διατυπώθηκε από πρόσωπα που ήταν παρόντα στη διαδικασία, είναι πιο ανησυχητική. Σύμφωνα με τον τέως Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ Άντρο Κυπριανού, πριν από το δείπνο ο Γκουτέρες είχε ενημερώσει προσωπικά τον Αναστασιάδη ότι η Τουρκία ήταν έτοιμη να συζητήσει την κατάργηση των εγγυήσεων και του παρεμβατικού δικαιώματος, με προϋπόθεση τη συμφωνία στα ζητήματα της εκ περιτροπής προεδρίας και της πολιτικής ισότητας. Οι σημειώσεις του ΟΗΕ, σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφουν τη στιγμή που ο Αναστασιάδης άλλαξε χρώμα ακούγοντας αυτή την πληροφορία. Το συμπέρασμα που βγάζει ο Κυπριανού: όταν η τουρκική πλευρά αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε πραγματική διάθεση για διαπραγμάτευση, σκλήρυνε τη στάση της και το δείπνο κατέρρευσε.

Η αλήθεια μεταξύ των δύο εκδοχών δεν έχει αποκατασταθεί επίσημα, και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ο ίδιος ο Μαυρογιάννης, ένας από τους βασικούς διαπραγματευτές της κυπριακής πλευράς, παραδέχτηκε αργότερα ότι το μεγαλύτερο λάθος ήταν η ανακήρυξη αδιεξόδου αντί της αναβολής για λίγες μέρες. Ακόμα και από μέσα, δηλαδή, η εκτίμηση ήταν ότι κάτι διαφορετικό θα μπορούσε να είχε συμβεί.

Αυτό που ακολούθησε τη Διάσκεψη βάρυνε διπλά τον Αναστασιάδη. Το έτος με ρεκόρ πωλήσεων χρυσών διαβατηρίων ήταν το 2017, η ίδια χρονιά που κατέρρευσαν οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά. Αυτή η σύμπτωση, έστω και αν δεν αποδεικνύει τίποτα από μόνη της, τροφοδότησε αφηγήματα για σύγκρουση συμφερόντων που δεν έφτασαν ποτέ σε ξεκάθαρη απάντηση. Ο τότε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ είπε δημόσια ότι «το κύριο πρόβλημα δεν ήταν ο Ερντογάν και δεν ήταν ο Ακιντζί, αλλά ο νότος του νησιού, γιατί δεν ήταν έτοιμος να κάνει το άλμα».

Ο Αναστασιάδης αποχώρησε από την εξουσία το 2023 λέγοντας ότι φεύγει με ήσυχη τη συνείδησή του. Το Κυπριακό, ωστόσο, άφησε πίσω του σε χειρότερη θέση απ’ όσο το παρέλαβε. Όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή, όπως και κάθε προκάτοχός του, δεν κατάφερε να υπερβεί το κόστος που η λύση απαιτεί εσωτερικά. Και επειδή αυτή η αδυναμία δεν αναγνωρίστηκε ποτέ ανοιχτά, παρέμεινε ως εκκρεμότητα για τον επόμενο.

2018-2024: Η «περίοδος περισυλλογής» που δεν τελείωσε ποτέ

Μετά το Κραν Μοντανά, ο ΟΗΕ ονόμασε επίσημα αυτό που ακολούθησε «περίοδο περισυλλογής». Ο Ειδικός Σύμβουλος Έσπεν Μπαρθ Άιντε παραιτήθηκε. Αντικαταστάθηκε από την Τζέιν Χολ Λουτ το 2018. Το Πλαίσιο Γκουτέρες εγκαταλείφθηκε σταδιακά ως βάση, και αντικαταστάθηκε από πιο ασαφείς «όρους αναφοράς».

Το 2021, μια άτυπη πενταμερής πραγματοποιήθηκε στο Greentree της Νέας Υόρκης, στην ίδια τοποθεσία με κρίσιμες συνομιλίες του 2012. Δεν οδήγησε σε επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι είχαν πλέον ανακοινώσει επίσημα ότι η λύση δύο κρατών ήταν η θέση τους, αντί της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας που αποτελούσε επίσημη βάση συζήτησης από το 1977.

Αυτό δεν ήταν τακτικός ελιγμός. Ήταν αλλαγή θέσης. Και σήμαινε ότι η βάση πάνω στην οποία είχαν χτιστεί 45 χρόνια διαπραγματεύσεων αμφισβητούνταν ανοιχτά, για πρώτη φορά από εγγυήτρια δύναμη.

2025-2026: Η «αθόρυβη» πρωτοβουλία και το ερώτημα που παραμένει

Τον Ιανουάριο του 2026, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης υπέβαλε στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν μια πρόταση πέντε σημείων για επανεκκίνηση της διαδικασίας. Τον Μάρτιο, συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες με τον Γκουτέρες, ο οποίος είχε ήδη αναλάβει νέα πρωτοβουλία μετά από συνάντηση με τον Ερντογάν στην Άγκυρα.

Τον Μάιο, ο Χριστοδουλίδης αποκάλυψε ότι γίνονται συναντήσεις «μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας», με στόχο να υπάρξει ουσιαστική εξέλιξη πριν λήξει η θητεία Γκουτέρες τον Δεκέμβριο 2026. Η προσωπική απεσταλμένη του Γκουτέρες, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, ανακοίνωσε ότι προετοιμάζεται άτυπη πενταμερής διάσκεψη στη Γενεύη, πιθανότατα τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου 2026.

Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες φάσεις; Ο Γκουτέρες αναμένεται να παρουσιάσει ιδέες που αφορούν την ουσία του Κυπριακού, όχι μόνο μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Και υπάρχει χρονική πίεση: η θητεία του λήγει τον Δεκέμβριο 2026, οπότε αν δεν υπάρξει κίνηση μέσα στο 2026, η επόμενη ευκαιρία θα εξαρτηθεί από τον επόμενο Γενικό Γραμματέα και τις δικές του προτεραιότητες.

Αυτό, όμως, είναι ακριβώς το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για την ένταξη στην ΕΕ το 2004, για τη θητεία Χριστόφια το 2008-2012, για το Κραν Μοντανά το 2017. Κάθε φορά υπήρχε ένας «τελευταίος τρένος» που έπρεπε να πιαστεί. Και κάθε φορά, κάποιος αποφάσιζε να τον αφήσει να φύγει.

Με άλλα λόγια: αυτή τη στιγμή που διαβάζεις αυτό το άρθρο, η πενταμερής δεν έχει ακόμα συμβεί. Είναι προγραμματισμένη, όχι ολοκληρωμένη. Αν κρίνουμε από την ιστορία του Κυπριακού, αυτό από μόνο του δεν εγγυάται τίποτα.

Το κοινό μοτίβο: Πέντε παρατηρήσεις που ισχύουν σε κάθε αποτυχία

Αν διαβάσεις όλα τα παραπάνω μαζί, ένα μοτίβο επαναλαμβάνεται με εκπληκτική συνέπεια:

Πρώτον, καμία λύση δεν κατέρρευσε λόγω αδυναμίας να βρεθεί κοινή γλώσσα. Η γλώσσα βρέθηκε το 1977. Το πρόβλημα ήταν πάντα τι σήμαινε αυτή η γλώσσα για κάθε πλευρά.

Δεύτερον, κάθε αποτυχία συνδέεται με εσωτερικές πολιτικές πιέσεις. Από τον Κυπριανού που δεν είχε το κεφάλαιο του Μακαρίου, στον Παπαδόπουλο που έχτισε την εκλογική του ταυτότητα στην αντίθεση, στο ΑΚΕΛ που αποσύρθηκε λίγες εβδομάδες πριν το δημοψήφισμα. Η λύση χάθηκε πολλές φορές πριν φτάσει στο τραπέζι.

Τρίτον, η εξωτερική πίεση δουλεύει μόνο αν είναι αξιόπιστη. Το 2004 αποδείχτηκε ότι δεν ήταν. Η Κύπρος μπήκε στην ΕΕ διχοτομημένη, και αυτό εξάλειψε τον μεγαλύτερο μοχλό πίεσης που είχε ποτέ η διεθνής κοινότητα.

Τέταρτον, το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί χωρίς την Τουρκία να θέλει τη λύση. Αυτό ίσχυε πάντα, αλλά έγινε πιο εμφανές μετά το 2017. Όταν η Άγκυρα εισάγει απαιτήσεις εκτός του πλαισίου, το πλαίσιο καταρρέει. Και η Άγκυρα δεν ελέγχεται από τον ΟΗΕ, την ΕΕ ή τη διεθνή κοινότητα.

Πέμπτον, η χρονική πίεση είναι αναποτελεσματική χωρίς συνέπεια. Κάθε «τελευταία ευκαιρία» αποδείχτηκε ότι δεν ήταν τελευταία. Και όσο αυτό επαναλαμβάνεται, τόσο μειώνεται η αξιοπιστία κάθε επόμενης «τελευταίας ευκαιρίας».

Τι θα είναι διαφορετικό αυτή τη φορά;

Πάνω από 50 χρόνια, δεκάδες σχέδια, και το ίδιο μοτίβο. Κάθε σχέδιο φτάνει στο «τελευταίο χιλιόμετρο», η ίδια φράση χρησιμοποιήθηκε και το 2017 και επαναλαμβάνεται σήμερα, και μετά κάτι σταματά τη διαδικασία. Άλλοτε είναι το εδαφικό. Άλλοτε οι εγγυήσεις. Άλλοτε μια εσωτερική πολιτική απόφαση που δεν αλλάζει ό,τι κι αν συμφωνηθεί στο τραπέζι.

Η ερώτηση για το 2026 δεν είναι αν θα υπάρξει σχέδιο. Ιστορικά, πάντα υπάρχει επόμενο. Η ερώτηση είναι ποιο από τα πέντε στοιχεία του μοτίβου έχει αλλάξει αρκετά ώστε να δώσει διαφορετικό αποτέλεσμα. Η εσωτερική πολιτική στην Κύπρο είναι πιο ανοιχτή σε λύση; Η Τουρκία έχει πραγματικά αλλάξει θέση ή κάνει τακτική υποχώρηση; Η διεθνής κοινότητα είναι διατεθειμένη να πληρώσει πολιτικό κόστος αν κάποια πλευρά αρνηθεί;

Αν η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις είναι «δεν ξέρουμε», τότε το 2026 θα καταλήξει ως ένα ακόμα όνομα σε αυτή τη λίστα.

Και αυτό, μετά από 50 χρόνια, δεν είναι ουδέτερη παρατήρηση. Είναι ερώτηση που αξίζει να απαντηθεί δημόσια, από αυτούς που κάθονται στο τραπέζι.

Ιστορικό factcheck από τον κ.Διονύση Κ. Καραχαλιο, δικηγόρο Αθηνών

More on topic