Ισχυριζόμαστε πως ο Ιούλης είναι ο μαύρος μήνας της Κύπρου. Ο μήνας των συνεχών εθνικών τραγωδιών. Στις 15 το πραξικόπημα, στις 20 η εισβολή, στις 11 Ιουλίου του 2011 το Μαρί. Κάθε χρόνο μεσίστιες σημαίες, κεριά, λόγοι περί «μαθημάτων που δεν πρέπει να ξεχάσουμε».
Αν θέλουμε όμως να μιλήσουμε για τραγωδία, ας μιλήσουμε και γι’ αυτήν: πόσο θλιβερό κράτος είμαστε όταν ταλαιπωρούμε επί είκοσι ένα χρόνια μια οικογένεια που ζητά την αλήθεια για το νεκρό παιδί της. Όταν καταστρέφουμε την αίσθηση ασφάλειας των Κύπριων πολιτών και την αξιοπιστία των θεσμών, επειδή η αλήθεια για τη δολοφονία ενός εθνοφρουρού,δολοφονία με δικαστικό πόρισμα πλέον, όχι με εικασίες, θάφτηκε τόσο εξόφθαλμα, ώστε χρειάστηκε ευρωπαϊκή καταδίκη και εκταφή για να αρχίσει να ξεθάβεται.
Πόσος ξεπεσμός. Πόση ντροπή. Και πόση ευθύνη, πάνω σε όλους μας.
Γιατί φέτος, μέσα στον ίδιο μαύρο Ιούλη, σε μια αίθουσα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, γράφτηκε ακόμη ένα κεφάλαιο αυτής της τραγωδίας. Μιας τραγωδίας που δεν έγινε σε μια μέρα. Γίνεται εδώ και είκοσι ένα χρόνια, σε δόσεις.
Τι έγινε (και τι δεν έγινε) στο δικαστήριο σήμερα
Η διαδικασία ξεκίνησε γύρω στο μεσημέρι. Η κατηγορούσα Αρχή παρέδωσε το αναθεωρημένο κατηγορητήριο. Ο δικηγόρος του δεύτερου κατηγορούμενου έθεσε ζήτημα κάλυψης των δικηγορικών του εξόδων και ζήτησε τοποθέτηση της κατηγορούσας Αρχής. Η υπεράσπιση ήγειρε ζήτημα ελαττωματικότητας του αναθεωρημένου κατηγορητηρίου. Το δικαστήριο ζήτησε γραπτές αγορεύσεις και όρισε συνέχεια για τις 9 Σεπτεμβρίου.
Αυτό ήταν. Έξοδα, ενστάσεις, ημερομηνίες.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Από τον Δεκέμβριο του 2025, που οι πέντε κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον δικαστηρίου στο πλαίσιο της ιδιωτικής ποινικής δίωξης της οικογένειας, η διαδικασία μετρά αναβολή πάνω στην αναβολή: καθυστερήσεις στην παράδοση μαρτυρικού υλικού, προδικαστικές ενστάσεις, αποχώρηση του δικηγόρου της οικογένειας Σάββα Μάτσα, τροποποιήσεις κατηγορητηρίου, ακόμη και διακοπή επειδή το δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει άλλη υπόθεση. Τον Μάιο, το ίδιο το δικαστήριο εξέφρασε δημόσια τον προβληματισμό του για τη στασιμότητα.
Ας το πούμε καθαρά: μια δίκη που αφορά τον θάνατο ενός εθνοφρουρού το 2005 δεν έχει μπει στην ουσία της το 2026.
Είκοσι ένα χρόνια, σε τέσσερις πράξεις
Για όποιον χάθηκε στη διαδρομή, και το κράτος πόνταρε ακριβώς σε αυτό, στο να χαθούμε στη διαδρομή, η αναδρομή είναι απαραίτητη.
2005: Η γέφυρα της Άλασσας
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2005, ο Θανάσης Νικολάου, 26 χρονών, αρχιτέκτονας, εθνοφρουρός, βρίσκεται νεκρός κάτω από τη γέφυρα της Άλασσας, έξω από τη Λεμεσό. Είχε καταγγείλει καψόνια και εκφοβισμό μέσα στο στρατόπεδο. Ο ιατροδικαστής που εξέτασε τη σορό απέκλεισε την εγκληματική ενέργεια. Το επίσημο συμπέρασμα: αυτοκτονία. Η σκηνή δεν διαφυλάχθηκε όπως θα έπρεπε. Στοιχεία χάθηκαν ανεπιστρεπτί.
Η μητέρα του δεν το δέχτηκε ποτέ. Ούτε για μια στιγμή.
2005–2020: Η μοναχική μάχη μιας οικογένειας
Ακολουθούν δύο θανατικές ανακρίσεις. Η πρώτη καταλήγει σε αυτοκτονία — το πόρισμά της ακυρώνεται αργότερα δικαστικά. Η δεύτερη δεν δίνει απαντήσεις. Η οικογένεια προσφεύγει το 2010 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Και τον Ιανουάριο του 2020 έρχεται η στιγμή που θα έπρεπε να είχε συγκλονίσει τη χώρα: το ΕΔΑΔ καταδικάζει την Κυπριακή Δημοκρατία για πλημμελή διερεύνηση του θανάτου, διαπιστώνοντας παραλείψεις, αμέλεια, αδράνεια και έλλειψη ζήλου. Δεν το λέει η οικογένεια. Δεν το λέει κάποιος δημοσιογράφος. Το λέει το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της Ευρώπης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με απόφασή του.
Ένα κράτος με στοιχειώδη αίσθηση θεσμικής αξιοπρέπειας θα είχε τότε αναλάβει το βάρος. Θα είχε ζητήσει συγγνώμη. Θα είχε ερευνήσει τον εαυτό του. Αντ’ αυτού, η οικογένεια χρειάστηκε να παλέψει ακόμη και για την εκταφή του παιδιού της.
2020–2024: Το υοειδές οστό
Η εκταφή γίνεται. Η εξέταση των οστών εντοπίζει κάταγμα στο υοειδές οστό, στη βάση του λαιμού. Το εύρημα οδηγεί σε τρίτη θανατική ανάκριση. Και τον Μάιο του 2024, η θανατική ανακρίτρια Ντόρια Βαρωσιώτου, αποδεχόμενη «χωρίς δισταγμό» την επιστημονική μαρτυρία της παθολογοανατόμου Δήμητρας Καραγιάννη, καταλήγει: ο Θανάσης Νικολάου πέθανε από στραγγαλισμό, συνεπεία εγκληματικής ενέργειας.
Δεκαεννιά χρόνια χρειάστηκε το κράτος για να πει επίσημα αυτό που η μητέρα του φώναζε από την πρώτη μέρα. Δολοφονία.
Στο ίδιο πόρισμα, η ανακρίτρια σημείωσε κάτι που δεν πρέπει να προσπεράσουμε: ότι η στάση της Εισαγγελίας και της Αστυνομίας ήταν εξαρχής προσανατολισμένη στον αποκλεισμό της εγκληματικής ενέργειας — και ότι η στάση αυτή διατηρήθηκε ακόμη και μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ.
2024–2026: Η δικαίωση που δεν ήρθε
Θα περίμενε κανείς ότι μετά από αυτό, η πολιτεία θα έτρεχε. Συνέβη το αντίθετο. Το 2025, η δικαστής που εξέδωσε το πόρισμα δεν μονιμοποιήθηκε στο δικαστικό σώμα, απόφαση που προκάλεσε κύμα δημόσιας κατακραυγής. Και αφού καμία δίωξη δεν ασκήθηκε από την πολιτεία για όσα το ίδιο το πόρισμα ανέδειξε, η οικογένεια έκανε το ασύλληπτο: ανέλαβε μόνη της να κινήσει την ποινική δικαιοσύνη.
Ιδιωτική ποινική δίωξη. Μια οικογένεια απέναντι σε πέντε πρώην κρατικούς λειτουργούς, τον ιατροδικαστή που χειρίστηκε την υπόθεση και τέσσερα πρώην στελέχη της Αστυνομίας. Οι κατηγορούμενοι, υπενθυμίζεται, καλύπτονται πλήρως από το τεκμήριο αθωότητας· η ενοχή ή μη οποιουδήποτε είναι ζήτημα που θα κρίνει αποκλειστικά το δικαστήριο.
Αν φτάσει ποτέ εκεί. Γιατί από τον Δεκέμβριο του 2025 μέχρι σήμερα, η υπόθεση παραμένει κολλημένη στα προδικαστικά. Και η επόμενη στάση είναι ο Σεπτέμβρης.
Η οικογένεια που στέκεται όρθια
Στο επίκεντρο όλων αυτών, μια γυναίκα. Η Ανδριάνα Νικολάου.
Είκοσι ένα χρόνια στα δικαστήρια, στα υπουργεία, στα τηλεοπτικά πλατό, στο Στρασβούργο. Είκοσι ένα χρόνια να ζητά κάτι εξωφρενικά απλό: να μάθει ποιος σκότωσε το παιδί της και γιατί το κράτος της είπε ότι αυτοκτόνησε. Έδωσε μάχη για μια εκταφή που κανείς δεν ήθελε να γίνει. Κέρδισε στο ΕΔΑΔ όταν οι θεσμοί της χώρας της την είχαν ξεγράψει. Και όταν η πολιτεία, ακόμη και μετά το πόρισμα του 2024, δεν κινήθηκε, κίνησε εκείνη τη δικαιοσύνη, με δικά της μέσα, με δικό της κόστος, με δική της επιμονή.
Και δίπλα της, πιο αθόρυβα, ο πατέρας του Θανάση. Ο άνθρωπος που δεν βγαίνει μπροστά στις κάμερες, που δεν φωνάζει, αλλά είναι εκεί. Σε κάθε δικάσιμο. Σε κάθε αναβολή. Η σιωπή του δεν είναι απουσία. Είναι ένα άλλο είδος αντοχής.
Αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν θα έπρεπε να κάνουν αυτή τη δουλειά. Αυτή τη δουλειά την πληρώνουμε, με τους φόρους μας, με την εμπιστοσύνη μας, για να την κάνει το κράτος.
Το πραγματικό διακύβευμα
Και εδώ φτάνουμε στην ουσία, αυτή που τα δικαστήρια αναβάλλουν αλλά εμείς όχι.
Η υπόθεση Νικολάου δεν είναι πια μόνο η υπόθεση ενός νεκρού εθνοφρουρού. Είναι τεστ αξιοπιστίας για ολόκληρο το κυπριακό κράτος. Ένας νέος άνθρωπος πέθανε ενώ υπηρετούσε την πατρίδα του, ενώ βρισκόταν, δηλαδή, υπό την ευθύνη και την προστασία της Δημοκρατίας. Η έρευνα του θανάτου του κρίθηκε πλημμελής από ευρωπαϊκό δικαστήριο. Δικαστικό πόρισμα κατέληξε σε δολοφονία. Και είκοσι ένα χρόνια μετά, κανείς δεν έχει δικαστεί επί της ουσίας για τίποτα, ούτε για τον θάνατο, ούτε για τον χειρισμό του.
Τι μήνυμα στέλνει αυτό σε κάθε γονιό που στέλνει το παιδί του στην Εθνική Φρουρά; Τι μήνυμα στέλνει σε κάθε πολίτη που θέλει να πιστεύει ότι, αν του συμβεί το χειρότερο, οι θεσμοί θα σταθούν δίπλα του και όχι απέναντί του;
Το αίσθημα ασφάλειας ενός λαού δεν χτίζεται με παρελάσεις. Χτίζεται με τη βεβαιότητα ότι όταν κάτι πάει στραβά, το κράτος ψάχνει την αλήθεια, ακόμη κι όταν η αλήθεια το εκθέτει. Στην υπόθεση Νικολάου, αυτή η βεβαιότητα κατέρρευσε. Και κάθε αναβολή, κάθε δικονομικός λαβύρινθος, κάθε καλοκαίρι που περνά με την ουσία ανέγγιχτη, τη θάβει λίγο πιο βαθιά.
Πόσος ξεπεσμός χωράει σε είκοσι ένα χρόνια; Πόση ταλαιπωρία αντέχει μια οικογένεια πριν πούμε, όλοι μας, ότι ντρεπόμαστε; Γιατί η ευθύνη εδώ δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι και συλλογική. Είναι δική μας, που κάθε Ιούλη θυμόμαστε τους νεκρούς μας και κάθε Σεπτέμβρη ξεχνάμε τους ζωντανούς που παλεύουν γι’ αυτούς.
9 Σεπτεμβρίου
Η επόμενη δικάσιμος είναι στις 9 Σεπτεμβρίου. Ίσως τότε η υπόθεση μπει επιτέλους στην ουσία της. Ίσως όχι.