Η παραλογία της εποχής μας: το τέλος του κόσμου ως background noise.
Ανοίγεις το πρωί το κινητό σου. Πρώτο headline: «Επικείμενη κατάρρευση των αποθεμάτων πόσιμου νερού». Δεύτερο: «Νέο ρεκόρ για το Coachella — η γενιά Z υπερδιπλασίασε τις πωλήσεις». Κλείνεις το κινητό, παραγγέλνεις καφέ, και αναρωτιέσαι: σε ποιον κόσμο ζεις, ακριβώς;
«Το φόβητρο έχει γίνει η default γλώσσα της δημόσιας συζήτησης. Και η ζωή, αδιάφορη, συνεχίζει να γλεντάει.»
Ζούμε σε μια εποχή συνεχούς fearmongering [κινδυνολογία ελληνιστί] που δεν έχει προηγούμενο. Τα καύσιμα τελειώνουν. Τα τρόφιμα θα εκλείψουν. Οι πόλεμοι θα επεκταθούν. Τα φράγματα θα σπάσουν. Το οικονομικό σύστημα θα καταρρεύσει ξανά [άντε πάλι], χειρότερα απ’ την προηγούμενη φορά [ποια από όλες;].
Κάθε μέρα κάποιος — αναλυτής, influencer, δημοσιογράφος, ειδικός — μας εξηγεί με γραφικά και αριθμούς γιατί το παιχνίδι τελειώνει. Και το λέει σοβαρά. Και συχνά άδικο δεν έχει.
Και όμως: ποτέ άλλοτε δεν βγαίναν τόσες ταινίες. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσα φεστιβάλ, τόσα brunch, τόσα wellness retreats, τόσα «live your best life» podcasts. Η κουλτούρα της διασκέδασης δεν υποχωρεί — αντίθετα, ανθεί με μια ορμή που θυμίζει τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πριν κάποιος σβήσει τα φώτα.
«Δεν είναι άγνοια. Είναι η μόνη λογική απόκριση σε μια πληροφορία που δεν μπορεί να χωνευτεί.»
Η παραλογία δεν είναι υποκρισία. Δεν είναι ότι «ξέρουμε αλλά δεν νοιαζόμαστε». Είναι κάτι πιο ανησυχητικό: ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργήσει σε κατάσταση υπαρξιακής απειλής επ’ αόριστον. Η νευροεπιστήμη το λέει καθαρά — αν κάτι δεν επέλθει τώρα, ο εγκέφαλος το αποθηκεύει σαν αφηρημένο κίνδυνο και επιστρέφει στο autopilot. Αγοράζουμε εισιτήρια για συναυλία, γιατί τι να κάνουμε; Να κλαίμε;
Αλλά εδώ ακριβώς κρύβεται το πρόβλημα: αυτή η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα που μας κρατά λειτουργικούς, είναι ταυτόχρονα αυτό που κρατά τα προβλήματα άλυτα. Δεν κινητοποιούμαστε, γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να ζούμε με το άγχος χωρίς να το επεξεργαζόμαστε. Το fearmongering [μου έκατσε αυτή η λέξη, θα τη χρησιμοποιώ συνέχεια] δεν μας ξυπνά — μας κουράζει. Και η κούραση οδηγεί στην αναλγησία.
«Ο κίνδυνος της αδιάκοπης αποκάλυψης δεν είναι ότι δεν την πιστεύουμε. Είναι ότι την πιστεύουμε τόσο πολύ που σταματάμε να σκεφτόμαστε τι να κάνουμε με αυτήν.»
Και ως πότε μπορούμε ν’ αντέξουμε αυτή τη σχιζοφρένεια; Δεν ξέρω. Ίσως μέχρι να σπάσει κάτι — είτε ο κόσμος γύρω μας, είτε το ψυχικό μας φράγμα. Αυτό που ξέρω είναι ότι η απάντηση δεν είναι ούτε η τυφλή κατανάλωση ούτε η αποκαλυπτική παράνοια. Είναι κάπου στη μέση: η ικανότητα να κοιτάς το χάος κατάματα, να χορεύεις ακόμη — και να μην ξεχνάς γιατί χορεύεις.
Ζούμε στην αποκάλυψη; Μάλλον ναι, με αργά κλιπ. Αλλά ζούμε. Και αυτό, προς το παρόν, είναι και η καταδίκη μας και η χάρη μας.