Τι υποσχέθηκαν, τι έγινε και γιατί η Βρετανία εξακολουθεί να μετράει το κόστος
Ήταν 23 Ιουνίου 2016. Οι Βρετανοί πήγαν στις κάλπες για να αποφασίσουν αν θέλουν να μείνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λίγοι πίστευαν ότι το αποτέλεσμα θα ήταν αυτό που βγήκε. Κι όμως: το 51,9% ψήφισε «έξω».
Δέκα χρόνια μετά, ο απολογισμός είναι βαρύς. Οι υποσχέσεις που ωθήθηκε η χώρα να πιστέψει έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους διαψευστεί. Και η κοινή γνώμη έχει στραφεί: σύμφωνα με δημοσκόπηση του YouGov τον Ιούνιο του 2026, το 57% των Βρετανών πιστεύει πλέον ότι η έξοδος από την ΕΕ ήταν λάθος, ενώ μόλις το 30% εξακολουθεί να θεωρεί ότι ήταν η σωστή απόφαση.
Πώς φτάσαμε εδώ;
Η προϊστορία: γιατί ψηφίστηκε το Brexit εξαρχής
Η Βρετανία δεν ήταν ποτέ αναπόσπαστο κομμάτι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1973, σε μια εποχή που ο ρυθμός ανάπτυξής της υστερούσε έναντι των εταίρων της. Ο ευρωσκεπτικισμός, όμως, δεν εξαφανίστηκε ποτέ, ούτε στη Δεξιά, ούτε στην Αριστερά.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον αντιμετώπιζε ισχυρές πιέσεις τόσο από ευρωσκεπτικιστές βουλευτές του ίδιου του Συντηρητικού Κόμματος όσο και από τη διογκωμένη εκλογική απειλή του κόμματος UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ. Ενέδωσε: υποσχέθηκε δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι στην ΕΕ.
Ήταν στοίχημα που έχασε.
Μετά το αποτέλεσμα, ο Κάμερον παραιτήθηκε. Η Τερέζα Μέι ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις αλλά δεν κατάφερε να περάσει τη συμφωνία αποχώρησης από το Κοινοβούλιο. Ο Μπόρις Τζόνσον την διαδέχθηκε και οδήγησε τη χώρα στην επίσημη αποχώρηση στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Ποιος υποσχέθηκε τι
Η εκστρατεία του «Leave» είχε τρεις βασικές υποσχέσεις: έλεγχος των συνόρων και μείωση της μετανάστευσης, καλύτερες εμπορικές συμφωνίες με τον υπόλοιπο κόσμο, και επανάκτηση κυριαρχίας, λιγότερες «εντολές από τις Βρυξέλλες».
Ο απολογισμός είναι αποκαλυπτικός.
Η οικονομία: η μεγάλη απογοήτευση
Υπήρχε μια θεμελιώδης υπόσχεση: ελεύθεροι από τους κανόνες της ΕΕ, οι Βρετανοί θα ευημερούσαν περισσότερο. Αυτό δεν επαληθεύτηκε.
Το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν στη Βρετανία έχει υστερήσει έναντι του μέσου όρου των 27 κρατών-μελών της ΕΕ. Ως το 2025, το χάσμα είχε ανοίξει κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την κοινή αφετηρία του 2016, σύμφωνα με στοιχεία του Al Jazeera.
Το κόστος, ωστόσο, είναι ακόμα μεγαλύτερο από ό,τι δείχνει αυτός ο αριθμός. Ο καθηγητής Nicholas Bloom του Πανεπιστημίου Stanford εκτιμά ότι ως το 2025 το Brexit έχει μειώσει το ΑΕΠ της Βρετανίας κατά 6 έως 8%, αποδίδοντάς το σε συνδυασμό αυξημένης αβεβαιότητας, μειωμένης ζήτησης και εκτροπής διοικητικού χρόνου. Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (NIESR) τοποθετεί το συνολικό εύρος μεταξύ 4% και 10% σε σύγκριση με το προ-δημοψηφίσματος σενάριο. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογιστικής Ευθύνης (OBR), η βρετανική οικονομία είναι κατά 4% λιγότερο παραγωγική εξαιτίας του Brexit.
Δεν είναι αριθμός για αδιάφορους: αντιστοιχεί σε τεράστιο αθροιστικό κόστος για εκατομμύρια νοικοκυριά. «Οι συνέπειες δέκα χρόνια μετά είναι χειρότερες από ό,τι φοβόμασταν», δήλωσε πρόσφατα ο Δήμαρχος του Λονδίνου Σαντίκ Χαν, ο οποίος είχε εκστρατεύσει υπέρ της παραμονής στην ΕΕ.
Οι επιχειρήσεις το ένιωσαν πρώτες. Μελέτες εκτιμούν ότι οι επενδύσεις υστερούν κατά 12 έως 18% σε σχέση με το σενάριο που δεν θα είχε υπάρξει Brexit, ένα χάσμα που οφείλεται κυρίως στη χρόνια πολιτική και κανονιστική αβεβαιότητα που καθυστέρησε τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Το εμπόριο: το κόστος των χαρτιών
Το εμπόριο με την Ευρώπη αναμένεται να μειωθεί μακροπρόθεσμα κατά περίπου 15%, ενώ οι εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες δεν έχουν αναπληρώσει ουσιαστικά αυτή την απώλεια, σύμφωνα με το OBR.
Αυτό δεν ήρθε ως έκπληξη σε όσους παρακολουθούσαν προσεκτικά. Η αποχώρηση από την ΕΕ σήμαινε αποχώρηση από μια εσωτερική αγορά όπου τα εμπορεύματα κινούνταν ελεύθερα, χωρίς ελέγχους, πιστοποιητικά ή καθυστερήσεις. Οι βρετανικές επιχειρήσεις που εξάγουν στην Ευρώπη πρέπει πλέον να αποδεικνύουν την προέλευση των προϊόντων τους, να επανελέγχουν εμπορεύματα που ήδη είχαν πιστοποιηθεί στη Βρετανία και να διαχειρίζονται γραφειοκρατία που απλώς δεν υπήρχε πριν από το 2021.
Ένα παράδειγμα που αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα με αριθμούς: η γερμανική Bosch αναφέρει ότι η βρετανική της θυγατρική διαχειρίζεται πλέον 10.000 συναλλαγές εισαγωγής ετησίως, έναντι μόλις 40 πριν από το Brexit, σύμφωνα με στοιχεία του CNN.
Μόνο οι συνοριακοί έλεγχοι έχουν κοστίσει στη βρετανική οικονομία 4,7 δισεκατομμύρια λίρες ως το 2024, σύμφωνα με έρευνα της HSBC Global Investment Research. Οι υγειονομικοί έλεγχοι στο εμπόριο τροφίμων κοστίζουν επιπλέον περίπου 54 εκατομμύρια λίρες ετησίως. Οι μεγάλες εταιρείες άντεξαν. Οι μικρές, πολλές φορές, σταμάτησαν να πουλάνε στην ΕΕ.
Η στερλίνα: δέκα χρόνια υπό πίεση
Μέσα σε ώρες από την ανακοίνωση του αποτελέσματος, η στερλίνα κατέρρευσε περισσότερο από 10% έναντι του δολαρίου, η μεγαλύτερη ημερήσια πτώση σε σύγχρονη ιστορία, με την ισοτιμία να φτάνει επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 1985.
Δέκα χρόνια μετά, δεν έχει επιστρέψει. Σύμφωνα με στοιχεία της Convera, η στερλίνα κινείται κατά μέσο όρο περίπου 10% κάτω από την αξία της τον Ιούνιο 2016, με το 98% των συναλλαγών από τότε να γίνονται κάτω από την ισοτιμία του 1,20 ευρώ. Μια αδύναμη στερλίνα κάνει τις εισαγωγές ακριβότερες και η Βρετανία εισάγει πολύ περισσότερα από όσα εξάγει.
Η μετανάστευση: η υπόσχεση που αντέστρεψε τον εαυτό της
Ίσως η πιο εμβληματική υπόσχεση του Brexit ήταν ο «έλεγχος των συνόρων». Η ελεύθερη κυκλοφορία των Ευρωπαίων πολιτών τελείωσε. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από αυτό που υπόσχονταν οι υπέρμαχοι της εξόδου.
Σύμφωνα με το Migration Observatory του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η καθαρή μετανάστευση στη Βρετανία έφτασε κατά μέσο όρο τις 550.000 ετησίως από το 2021, έναντι 250.000 τη δεκαετία του 2010. Το 2023 άγγιξε σχεδόν τις 950.000, ιστορικό υψηλό, καθώς η μετανάστευση από χώρες εκτός ΕΕ εκτοξεύτηκε αντισταθμίζοντας την πτώση στη μετανάστευση Ευρωπαίων πολιτών. Οι αριθμοί έχουν μειωθεί από τότε, μετά από αυστηρότερες ρυθμίσεις που εισήχθησαν το 2025, αλλά παραμένουν υψηλότεροι από ό,τι ήταν πριν από το Brexit.
Η κοινή γνώμη δέκα χρόνια μετά
Το 2016, η χώρα ήταν σχεδόν στη μέση. Τώρα δεν είναι.
Ξεχωριστή έρευνα της Ipsos διαπίστωσε ότι το 52% των Βρετανών πιστεύει ότι η χώρα πρέπει να υποβάλει αίτηση για επανένταξη στην ΕΕ. Τα δύο τρίτα των νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν δικαίωμα ψήφου το 2016, δηλώνουν ότι θα ψήφιζαν για επανένταξη.
Η αλλαγή αυτή έχει και δημογραφική εξήγηση. Σύμφωνα με τον αναλυτή Peter Kellner, τα έξι εκατομμύρια Βρετανοί που έχουν πεθάνει από το 2016 ήταν δυσανάλογα ηλικιωμένοι ψηφοφόροι που στήριξαν το Leave. Τη θέση τους έχει πάρει μια γενιά νέων που δεν ρωτήθηκε τότε, και που τώρα απαντάει.
Η πολιτική αστάθεια: επτά Πρωθυπουργοί σε δέκα χρόνια
Λίγο πριν την επέτειο, ο Κιρ Στάρμερ παραιτήθηκε, ανοίγοντας τον δρόμο για τον έβδομο Πρωθυπουργό της Βρετανίας σε μία δεκαετία. Κανένας δεν έχει κρατήσει πάνω από τρία χρόνια στην εξουσία από το 2016, ενώ πριν από το Brexit, ο Τόνι Μπλερ κυβέρνησε για μία ολόκληρη δεκαετία και ο Κάμερον για έξι χρόνια.
Η πολιτική αστάθεια δεν είναι ανεξάρτητη από την οικονομική. Η αβεβαιότητα για το μέλλον της σχέσης με την ΕΕ, οι διαδοχικές κυβερνήσεις με διαφορετικές προτεραιότητες και η συνεχής εσωτερική διαμάχη για το τι σήμαινε τελικά το Brexit έχουν κρατήσει τη χώρα σε μια παρατεταμένη μετάβαση που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Τι μένει
Το Brexit δεν ήταν λάθος μόνο στα νούμερα. Ήταν λάθος στη λογική του: η ιδέα ότι αποκόπτοντας δεσμούς κερδίζεις ελευθερία, χωρίς να πληρώνεις κόστος. Τα δέκα χρόνια που πέρασαν έδειξαν ότι το κόστος είναι πάντα εκεί, απλώς κάποτε αργεί να φανεί.
Μικρότερη οικονομία, ακριβότερες εισαγωγές, πιο γραφειοκρατικό εμπόριο, αδύναμη στερλίνα, μεταναστευτικά νούμερα υψηλότερα από πριν, και επτά Πρωθυπουργοί σε μια δεκαετία. Αυτός είναι ο απολογισμός. Και μια πλειοψηφία που δηλώνει ότι θα ψήφιζε αλλιώς.
Το άρθρο αυτό βασίστηκε σε πληροφορίες και στοιχεία από: Al Jazeera, CNN, CNBC, CBS News, το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (NIESR), το UK in a Changing Europe, το Γραφείο Προϋπολογιστικής Ευθύνης (OBR), το Migration Observatory του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τις δημοσκοπήσεις YouGov και Ipsos, καθώς και έρευνα του καθηγητή Nicholas Bloom (Stanford University) και της Convera.