Η απάντηση του τέως Προέδρου στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς άνοιξε νέα ερωτήματα για τη διαδικασία και τα επιχειρήματά του.
Η συνέντευξη
Λίγες μέρες μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς (ΑΚΑΔΙ), ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης παρέθεσε διάσκεψη Τύπου.
Απέρριψε τα ευρήματα στο σύνολό τους, χαρακτηρίζοντάς τα αυθαίρετα συμπεράσματα που, κατά τον ίδιο, βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του χωρίς να του έχει δοθεί το δικαίωμα απάντησης.
Οι θέσεις του ήταν συγκεκριμένες, δομημένες γύρω από κάθε μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο πόρισμα.
Τα επιχειρήματα, ένα ένα
Για τα €250.000 από τη Λαϊκή Τράπεζα, ο κ. Αναστασιάδης χαρακτήρισε «εντελώς αβάσιμο» το εύρημα ότι το ποσό αποτέλεσε χρηματοδότηση της εκλογικής του εκστρατείας του 2013, επισημαίνοντας ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν του τέθηκε ποτέ στο πλαίσιο της έρευνας.
Για την υπόθεση Ριμπολόβλεφ, υποστήριξε ότι οι κατηγορίες στηρίζονται αποκλειστικά σε SMS μηνύματα τα οποία, όπως ο ίδιος επεσήμανε επικαλούμενος το ίδιο το πόρισμα, δεν έχουν αποδεικτική αξία χωρίς επιβεβαιωτική μαρτυρία. Αρνήθηκε επίσης κάθε συμφωνία με τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ.
Για το Troika Laundromat και τα Pandora Papers, υποστήριξε ότι ακόμη και τα ίδια τα πορίσματα δεν τεκμηριώνουν παράβαση νόμου από το δικηγορικό του γραφείο.
Για τις πολιτογραφήσεις των Ρώσων επιχειρηματιών Αμπράμοφ και Λεμπέντεφ, επεσήμανε ότι οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν επί κυβερνήσεως Χριστόφια.
Για την υπόθεση Δρομολαξιάς, ανέφερε ότι οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υποσχέθηκε ή έπραξε οτιδήποτε για την προώθηση των αιτημάτων ιδιωτικής εταιρείας.
Κλείνοντας, ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ότι, μετά από δύο και μισό χρόνια έρευνας, κόστους €1,5 εκατομμυρίου, με 150 μάρτυρες και 793 τεκμήρια, οι εναπομείναντες ισχυρισμοί του βιβλίου «Κράτος Μαφία» δεν αποδείχθηκαν ούτε σε επίπεδο ισορροπίας πιθανοτήτων. Τους χαρακτήρισε αναπόδεικτους και συκοφαντικούς.
Για να καταλαβαινόμαστε
Μερικά σημεία αξίζουν πρόσθετη επεξήγηση, για να γίνουν απολύτως κατανοητά.
Πρώτον, το πόρισμα της ΑΚΑΔΙ δεν είναι καταδίκη, ούτε καν ποινική ανάκριση. Είναι το αποτέλεσμα διοικητικής έρευνας. Η Βουλή δεν παρεχώρησε στην Αρχή ανακριτικές εξουσίες, άρα ο κ. Αναστασιάδης δεν είχε νομική υποχρέωση να καταθέσει, ούτε η Αρχή μπορούσε να τον αναγκάσει. Το επιχείρημα ότι «πήγε αδίκαστος» προϋποθέτει ότι η έρευνα αυτή ισοδυναμεί με δίκη κάτι που δεν ισχύει. Η δίκη, αν γίνει, θα είναι μπροστά στο Κακουργιοδικείο.
Δεύτερον, ο κ. Αναστασιάδης επέλεξε να αντικρούσει και ισχυρισμούς του βιβλίου «Κράτος Μαφία» που δεν υιοθετήθηκαν στο πόρισμα. Αυτό είναι επικοινωνιακά κατανοητό θέλει να παρουσιάσει μια συνολική εικόνα αθώωσης. Νομικά, όμως, αυτό που μετράει είναι αυτό που στοιχειοθετεί το πόρισμα, όχι αυτό που δεν στοιχειοθετεί.
Τρίτον, το επιχείρημα ότι ευθύνες θα πρέπει να αποδοθούν και σε άλλα πρόσωπα, όπως τον τέως Γενικό Εισαγγελέα ή υπουργούς προηγούμενης κυβέρνησης, είναι ένα επιχείρημα που ακούγεται σε πολλές παρόμοιες υποθέσεις διεθνώς. Στη νομική του διάσταση, δεν λειτουργεί ως υπεράσπιση: η ενδεχόμενη ευθύνη τρίτων δεν αναιρεί ατομική ευθύνη. Στην πολιτική του διάσταση, η επιλογή να συνδεθεί η υπόθεση με κομματικές αντιπαραθέσεις είναι μια τακτική που ο δημόσιος διάλογος έχει δει ξανά.
Τι έπεται
Ο κ. Αναστασιάδης αναμένεται να κληθεί σύντομα σε ανακριτική κατάθεση. Εκεί θα έχει το πλήρες σύνολο των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το ποινικό δίκαιο σε ύποπτο, δικαίωμα σιωπής, δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης, δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία. Η κατάθεση αυτή είναι η πρώτη επίσημη ανακριτική πράξη στην οποία θα κληθεί να συμμετάσχει.
Η διαδικασία είναι σε εξέλιξη. Τα ευρήματα του πορίσματος είναι δημόσια. Τα επιχειρήματα του κ. Αναστασιάδη είναι πλέον επίσης δημόσια. Αυτό που θα κρίνει τελικά την υπόθεση δεν είναι ούτε τα ένα ούτε τα άλλα, αλλά η ποινική διαδικασία που ακολουθεί.
Σημείωση: Ο κ. Νίκος Αναστασιάδης φέρεται ως ύποπτος. Ισχύει το τεκμήριο αθωότητας.